....

....

Το «κανείς», είναι «αυτοί». Του Μαξίμου.

 Το «κανείς», είναι «αυτοί». Του Μαξίμου. (Του Γιώργου Τραπεζιώτη)

Του Γιώργου Τραπεζιώτη  

24/09/2026

  • Συνηθίσαμε. Αυτή είναι η πιο τρομακτική συλλογική διαπίστωση της εποχής μας. Συνηθίσαμε την ακρίβεια, συμβιβαστήκαμε με τα pass-ψίχουλα και υποχωρήσαμε, αποδεχόμενοι, αφού πρώτα τα μαζέψαμε από το πάτωμα, να τα εντάσσουμε στο πλαίσιο της συζήτησης περί «κοινωνικής πολιτικής». Εθιστήκαμε στην αποκρουστική εικόνα μιας εξουσίας που μας αντιμετωπίζει ανοιχτά ως ηλίθιους και δεν νιώθει πια την ανάγκη έστω να το κρύψει.

Πίσω από αυτή τη γενικευμένη επικυριαρχία της απάθειας όμως, κρύβεται μια βαθύτερη, σχεδόν δομική και άκρως επικίνδυνη μετατόμιση. Η ελληνική κοινωνία μοιάζει να έχει απωλέσει οριστικά το ισχυρότερο αντίβαρο που διέθετε κάποτε απέναντι στην αυθαιρεσία των ισχυρών. Το αίσθημα της ντροπής!

Παλαιότερα, ο φόβος της κοινωνικής κατακραυγής είχε έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά και το σοβαρό ενδεχόμενο να αποτυπωθεί στην επόμενη κάλπη, συγκρατούσε ως ένα βαθμό τους ισχυρούς σε ένα υποτυπώδες πλαίσιο ηθικής ευθύνης. Υπήρχαν οι τόποι των συλλογικών συναθροίσεων – τα καφενεία, οι πλατείες, οι γειτονιές, οι χώροι εργασίας – όπου οι άνθρωποι κοιτάζονταν στα μάτια, αντάλλασσαν απόψεις, τσακώνονταν, μοιράζονταν τις κοινές τους αγωνίες, παρήγαγαν όμως ολοζώντανη πολιτική. καθημερινά! Κι εκεί, σε αυτούς τους χώρους, αλλά και σε άλλους, έπεφταν άτυπα και οι υπογραφές σε ένα άρρητο κοινωνικό συμβόλαιο. Και οικοδομούνταν αυτή η απαραίτητη, αδιαπέραστη από τους φαιδρούς και χυδαίους, «κοινή γραμμή άμυνας» της αξιοπρέπειας που ο κάθε πολιτικός νταής απαγορευόταν ρητώς και δια πολιτικού ροπάλου, να διαπεράσει.

Από την πλατεία στην ψηφιακή αποξένωση

Σήμερα τα «κόζια» έχουν αλλάξει. Η μεταφορά της ύπαρξής μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει ισοπεδώσει αυτή την κοινωνική υποδομή. Ζούμε μια καθημερινότητα που μας αφήνει βαθιά μόνους και αποξενωμένους, εγκλωβισμένους να επιπλέουμε μέσα σε ψηφιακές φούσκες κάθε λογής «ομοϊδεατών». Η οργή πια εκτονώνεται στα σύνορα του πληκτρολογίου. Μια οργή όμως που παράγει μόνο θόρυβο, αλλά λειτουργεί διαλυτικά απέναντι στην πραγματική συλλογική δράση. Και κάπως έτσι, οι διαδικτυακές φούσκες ανακυκλώνουν τις χειρότερες παρορμήσεις μας, νομιμοποιώντας έναν πρωτοφανή κυνισμό. Μέσα σε αυτή την ψηφιακή κολυμβήθρα της ατομικοποίησης λοιπόν, η ντροπή που λέγαμε, αντικαταστάθηκε από έναν στεγνό, ψυχρό ορθολογισμό. Τον οποίο, όμως, ήδη έχουν κάνει εργαλείο πολιτικού ελέγχου οι ξεδιάντροποι «από πάνω».

Αυτό ακριβώς το μοντέλο εξουσιαστικής διαχείρισης μεταφέρθηκε αυτούσιο στην ελληνική πολιτική σκηνή από το σύστημα του Μαξίμου, που εκμεταλλεύτηκε πρώτα απ’ όλα αυτό το τεράστιο κοινωνικό κενό που διευρύνεται συν τω χρόνω.

Σκεφτείτε λίγο πώς λειτουργούν οι ψηφιακές πλατφόρμες που εισέβαλαν βίαια στη ζωή μας «για να την διευκολύνουν». Ένας αλγόριθμος υπολογίζει τα πάντα μηχανικά: την πιο σύντομη διαδρομή, τον ελάχιστο χρόνο, το ελάχιστο εργατικό κόστος, τη μέγιστη εταιρική προμήθεια. Ο «εξυπηρετικός» αλγόριθμος όμως δεν έχει ηθική, ούτε νιώθει ενοχές είτε για τον διανομέα, είτε τον πελάτη. Τα πάντα μετρώνται, και η μέτρηση είναι η αρχή και το τέλος των πάντων. Και καμία άλλη κουβέντα.

Έτσι στην πολιτική δυστοπία του παρόντος, τα πάντα ανάγονται σε δείκτες, σε Excel και με όρους «βελτιστοποίησης». Αν οι αριθμοί ευημερούν στην τηλεόραση, η πραγματικότητα που βιώνεις δεν έχει σημασία. Όταν διαμαρτύρεσαι επειδή το ΕΣΥ καταρρέει, σου κουνάνε το δάχτυλο με το αφήγημα της «δημοσιονομικής σταθερότητας». Αυτή η αριθμολάγνα και ποσοστικοποιημένη θεσμική αναλγησία, αποκομμένη από τις πάλαι ποτέ ολοζώντανες κοινότητες, είναι η ίδια τελικά που μετασχηματίζει την απογοήτευση που προκαλεί σε θεότυφλη οργή, τροφοδοτώντας κατ’ επέκταση την εφιαλτική απειλή της ακροδεξιάς, που έρχεται να καλύψει το κενό με ακόμη περισσότερο μίσος.

Αυτή η μηχανική λογική, όμως, δεν μένει κλεισμένη στα κινητά μας. Όταν οι απρόσωποι αλγόριθμοι αποκτούν ανθρώπινη φωνή στην τηλεοπτική αρένα, η δομική απώλεια της ντροπής μετατρέπεται σε κανονικοποιημένη πολιτική χυδαιότητα. Όπως συνέβη ξανά με πρωταγωνιστή τον υπότροπο Άδωνι Γεωργιάδη που θυμώνει με όποιον δημοσιογράφο του θέτει ενοχλητικά ερωτήματα, δίχως να νιώθει την ανάγκη ούτε καν να προσποιηθεί τον «αστικοευγενή». Κάτι που αποτυπώθηκε έντονα από το επιθετικό κυριακάτικο κρεσέντο εναντίον της Αναστασίας Γιάμαλη και το ραδιοφωνικό παραλήρημα κατά της Ανθής Βούλγαρη και του Ιορδάνη Χασαπόπουλου, μέχρι την αδιανόητη χυδαιότητα προς τον Νίκο Ελευθερόγλου, τον οποίο ρώτησε αν «ήπιε μπάφο πριν μπει στο στούντιο».

Το αναγκαίο αντίβαρο και η αμείλικτη αριθμητική

Μέσα σε όλη αυτή την δισεπίλυτη είναι αλήθεια εξίσωση, συνεχίζουν επί τριμήνω να χορεύουν (παρα)μητσοτακικό καρσιλαμά και οι μικροπολιτικές αντιδράσεις για την επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα στα πράγματα, μέσα από τη δημιουργία της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛ.Α.Σ.), ο οποίος επιχειρεί ή τουλάχιστον προσπαθεί, να λειτουργήσει ως ένα νέο, πλην όμως απολύτως αναγκαίο, πολιτικό αντίβαρο.

Φυσικά, η επανεμφάνιση του πρώην πρωθυπουργού χαλάει την βαλτωμένη πολιτική σούπα και για αυτό η συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ και ειδικά η φράση «ή εμείς ή κανείς» προκάλεσαν το συντονισμένο πλην όμως αναμενόμενο κρεσέντο χολερικής κριτικής περί «αλαζονείας». Μόνο που η υποκρισία των «άμεμπτων» κριτών της… ηθικής στην πολιτική τάξη, ξεχειλίζει. Συγχρόνος και η δήθεν ευθιξία τους σκοντάφτει πάνω στην πιο αμείλικτη πολιτική αριθμητική. Ο Τσίπρας δεν έκανε τίποτε άλλο χθες από το να αποτυπώσει ψυχρά την πραγματικότητα. Οποιαδήποτε απόπειρα περαιτέρω κατατεμαχισμού της προοδευτικής ψήφου σε μικρά, αυτοαναφορικά κομματικά μαγαζιά δεν παράγει εναλλακτική. Αντίθετα, (υπερ)παράγει παρατάσεις της επταετούς καταστροφικής για την κοινωνία θητείας του υπάρχοντος καθεστώτος, κάνοντας τον Μητσοτάκη να τρίβει τα χέρια του.

Η κριτική λοιπόν περί «αλαζονείας» απλώς επιλέγει να εθελοτυφλεί μπροστά στην έννοια της κυβερνησιμότητας, ενώ η Ιστορία της Μεταπολίτευσης μας διδάσκει πως η Δεξιά δυστοπία δεν ανατρέπεται με ευχολόγια. Το «ή εμείς ή κανείς» λοιπόν δεν αποτελεί εκβιασμό προς τον ψηφοφόρο, αλλά την ωμή, ρεαλιστική προειδοποίηση προς εκείνες τις δυνάμεις που προτιμούν να παραμένουν μικροδιοικητές ή μικροϊδιοκτήτες ή μικροκαλλιεργητές της δικής τους θερμοκηπιακής κομματικής επικράτειας. Και η ημιτελής-ατελής απάντηση «κανείς» στο δίλημμα, ισοδυναμεί με την οριστική παράδοση της χώρας στη μαύρη τρύπα της μητσοτακικής απληστίας. Γιατί το «κανείς», είναι «αυτοί». Του Μαξίμου.

 thefaq.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.