Με τις μέλισσες ή με τους λύκους; (του Γιώργου Τραπεζιώτη)
- Η είδηση της αποφυλάκισης του καταδικασμένου νεοναζί Ηλία Κασιδιάρη σήμερα, «σκάει σαν βόμβα» μόνο στα πόδια (ή στα χέρια) των αφελών, καθώς οι υποψιασμένοι ξέρουν, γνωρίζουν καλά τί σηματοδοτεί το γεγονός, ειδικά στην παρούσα χρονική πολιτική και κοινωνική συγκυρία. Σημειολογικά δε, έρχεται μόλις λίγες μέρες πριν από τη μαύρη επέτειο της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα εκείνη τη νύχτα της 18ης Σεπτεμβρίου 2013 στην γειτονιά του στο Κερατσίνι, από τους μαχαιροβγάλτες των ταγμάτων εφόδου της εγκληματικής, ναζιστικής οργάνωσης Χρυσής Αυγής.
Συμβαίνει όμως και σε μια συγκλονιστική ιστορική σύμπτωση. Σαν σήμερα, στις 15 Σεπτεμβρίου 1935, θεσπίζονταν στη ναζιστική Γερμανία οι διαβόητοι Νόμοι της Νυρεμβέργης, η σβάστικα γίνεται η σημαία του ναζιστικού κράτους και το κτήνος νομιμοποιείται και θεσμικά.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η είδηση έρχεται επίσης και σε μια περίοδο βαθιάς και συστηματικής προσπάθειας (περαιτέρω) απολιτικοποίησης, αλλά και αποϊδεολογικοποίησης της κοινωνίας. Σε μία χρονική στιγμή μέσα στην οποία το φασιστικό φάντασμα νιώθει τόσο άνετα όσο το ψάρι μέσα στο νερό. Ένα φάντασμα που επιχειρεί να επιστρέψει αυτή τη φορά για τα καλά, ποντάροντας πολλά (και) στην απουσία μνήμης. Μόνο που η προσπάθεια της ακροδεξιάς να διεισδύσει στη νεολαία δηλητηριάζοντάς την, ποτίζοντάς την κι αυτή με μίσος «για τους άλλους», μετατρέποντας το εγκληματικό της παρελθόν σε ένα νέο δήθεν «αντισυστημικό» αφήγημα, μέσα από τα posts και τα βίντεο λίγων δευτερολέπτων στα σόσιαλ, δεν αποτελεί μόνο δική της «επιτυχία». Είναι, αποτελεί, το άμεσο, χειροπιαστό πλην όμως οδυνηρό αποτέλεσμα ενός ολόκληρου συστήματος με δεξιά, δεξιότατα (αλλά και ακροδεξιά) πολιτικά χαρακτηριστικά, που φροντίζει εδώ και χρόνια να ταΐζει τα παιδιά μας με άγνοια, ενώ ταΐζει τους γονείς τους με pass.
Δεν φταίνε οι νέοι όμως.
Η δομική, οργανωμένα ηθελημένη απογύμνωση της δημόσιας παιδείας που μετατρέπεται μέρα μεσημέρι πια σε προϊόν, άρα και σε εμπόρευμα, τους στερεί τα απαραίτητα «διανοητικά αντισώματα», τα εργαλεία άμυνας απέναντι στον φασισμό που επελαύνει ξανά σε διάφορες μορφές. Τα αποκαρδιωτικά στοιχεία της έκθεσης PISA που πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας και αποκάλυψε με αριθμούς τη δραματική αδυναμία των μαθητών σήμερα να κατανοήσουν ακόμη και ένα απλό γραπτό κείμενο λίγων λέξεων, παραμένει άγνωστο για το εάν αποτελεί την ρίζα ή την κύρια πηγή του κακού. Είναι βέβαιο όμως πως η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί ήδη, λειτουργεί ως το πιο εύφορο έδαφος για να ξεφυτρώσουν τα νεοναζιστικά, φασιστικά άνθη του κακού στην Κοιλάδα της Συλλογικής Αδιαφορίας. Και η φτωχοποίηση του λεξιλογίου της αυριανής κοινωνίας, μέσα στο αρρωστημένο σήμερα, νομοτελειακά προκαλεί (και) την φτωχοποίηση της ανθρώπινης διάνοιας, φτωχοποιεί τα όνειρα, αλλά κυρίως παράγει περισσότερη πολιτική τύφλωση, δίνοντας περιθώριο στη ρητορική του μίσους.
Αυτή η πνευματική αποψίλωση σαφώς και φέρει φαρδιά πλατιά την υπογραφή της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Και σαφώς δεν πρόκειται για κάποιο… ατύχημα, αλλά για μια συνειδητή πολιτική επιλογή της «κυβερνήσεως». Η νέα σχολική χρονιά ξεκίνησε με τουλάχιστον 15.000 λειτουργικά κενά σε εκπαιδευτικούς, την ώρα που οι αναπληρωτές βιώνουν ξανά το καθεστώς της εργασιακής ομηρίας, τις συνέπειες των μισθολογικών ψίχουλων που τους πετάνε από το τραπέζι του «κοστολογημένου δημοσιονομικού χώρου» και τους κάνει τον αβίωτο βίο, ακόμη πιο αβίωτο.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, είναι επίσης η ίδια κυβέρνηση που, με ιδεοληπτική εμμονή αλλά και μανία, να μην ξεχνάμε πως εξοβέλισε το μάθημα της Κοινωνιολογίας από το Λύκειο, για να το αντικαταστήσει με την επέκταση της διδασκαλίας των… Θρησκευτικών. Γνωρίζοντας πολύ καλά πως όταν αφαιρείς από το εκπαιδευτικό πρόγραμμα την επιστήμη που διδάσκει στα παιδιά τη δομή της κοινωνίας, τις ταξικές ανισότητες και τους μηχανισμούς της προπαγάνδας που τις συντηρούν, τις εντείνουν και τις αναπαράγουν, ουσιαστικά τους αφαιρείς τη δυνατότητα να γίνουν πολίτες με συγκροτημένη και κριτική σκέψη.
Η εξάπλωση και επικράτηση της ακροδεξιάς δεν οφείλεται στην ιδεολογική της ανωτερότητα, αλλά αποτελεί μια «παράξενη νίκη» που τροφοδοτείται από την διαρκή υποχώρηση της «σκέψης», της πολιτικής ως διαδικασία συμμετοχής στα κοινά, αλλά και από την νοοτροπία ανάθεσης που έχει υιοθετηθεί πια από μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας. Τροφοδοτείται όμως ταυτόχρονα και από την εξαφάνιση των «εννοιών», αλλά και των «ιδεολογικών διαχωριστικών γραμμών». «Εννοιών; Ιδεολογικών διαχωριστικών γραμμών;». «Ψιλά γράμματα», λένε κάποιοι – δυστυχώς αρκετοί – και πολιτεύονται τζογάροντας ακριβώς επάνω σε αυτή τη γραμμή.
Καθόλου «ψιλά» όμως. Και εδώ ακριβώς, στο σημείο αυτό, έρχεται ξανά στη μνήμη ή τουλάχιστον πρέπει να έρχεται μέρες που είναι, η συγκλονιστική αγόρευση του σπουδαίου νομικού επιστήμονα Θανάση Καμπαγιάννη στη δίκη της εγκληματικής, ναζιστικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή. Αγόρευση η οποία αποτυπώθηκε και στο εμβληματικό βιβλίο του, «Με τις μέλισσες ή με τους λύκους».
Εκεί όπου εξηγείται το γιατί το δίλημμα παραμένει και τίθεται ξανά ως μείζον ερώτημα που οφείλουν να απαντήσουν μικροί και μεγάλοι. Ή θα είμαστε με τις μέλισσες, δηλαδή με την κοινωνία της αλληλεγγύης και της δημιουργίας ή θα παραδοθούμε στους λύκους του φασισμού, της βίας και των δολοφονιών, σε εκείνους που αναπαράγουν τον χρυσαυγιτισμό ως νοοτροπία αλλά και ως εγκληματική πράξη.
Η αποφυλάκιση του ναζί Κασιδιάρη, λίγες μέρες πριν η μνήμη του Παύλου Φύσσα έρθει να μας θυμήσει ξανά το χρέος που έχουμε ως πολίτες απέναντι στον φασισμό, αποτελεί πρωτίστως μια δοκιμασία για τις αντοχές της ίδιας της δημοκρατίας. Και το σκοτάδι δεν θα ηττηθεί ούτε με κυβερνητικά επικοινωνιακά τεχνάσματα, ούτε και με χλιαρά αλλά και φλύαρα βαϊμαρικά αφηγήματα περί «τειχών δημοκρατίας» που δεν πείθουν κανέναν. Θα ηττηθεί πρωτίστως ακριβώς εκεί όπου ανατέλλει ο ήλιος μιας κοινωνίας. Μέσα στις σχολικές αίθουσες, εκεί όπου τα παιδιά αλληλεπιδρούν και διδάσκονται να σκέφτονται. Θα ηττηθεί όμως και μέσα στους χώρους δουλειάς, όταν ο εργαζόμενος ανακτήσει τη χαμένη του αξιοπρέπεια. Και για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να αλλάξει και το πολιτικό και το οικονομικό μοντέλο διαχείρισης που σχετίζεται άμεσα με τις ίδιες τις ζωές των ανθρώπων. Μόνο που το τελευταίο δεν θα αλλάξει από μόνο του, αν οι ίδιοι οι πολίτες δεν βάλουν το χεράκι τους. Κι όχι για να βγάλουν ξανά, εκδικητικά, τα ματάκια τους.
Δεν υπάρχουν σχόλια