Ακοστολόγητη εξωτερική πολιτική ( του Γιώργου Τραπεζιώτη )
- Μερικές μόνο ειδήσεις από την χθεσινή επικαιρότητα και δη, από το εξωτερικό δελτίο. «Ο Νετανιάχου είχε ενημερωθεί για την επίθεση της Χαμάς το 2023 και δεν έκανε τίποτα για αυτό», σύμφωνα με αποκαλυπτικό ρεπορτάζ της Haaretz. Στο σημείο αυτό, να θυμίσουμε στους ξεχασιάρηδες φίλους της τυφλής συμμαχίας μας με το Ισραήλ πως η επίθεση της Χαμάς, η οποία στοίχισε τη ζωή σε 1.221 ανθρώπους στο Ισραήλ, αποτέλεσε την απόλυτη αφορμή για να εκκινήσει ο νέος κύκλος της γενοκτονίας των Παλαιστινίων στην κατεχόμενη Λωρίδα της Γάζας, όπου σκοτώθηκαν 73.658 άνθρωποι – στην συντριπτική τους πλειονότητα, άμαχοι και μικρά παιδιά.
Πάμε παρακάτω.
«Στα άκρα οι σχέσεις Βρετανίας-Ισραήλ. Το Τελ Αβίβ κλείνει το βρετανικό προξενείο στην Ιερουσαλήμ». Είχε προηγηθεί η είδηση πως «το Λονδίνο κατηγορεί το Ισραήλ ότι ‘κλείνει τα μάτια’ σε μια ‘εθνοκάθαρση’ στη Δυτική Όχθη», αλλά κι εκείνη η είδηση που ανέφερε πως «δώδεκα χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και του Καναδά, θα ‘επιβάλουν κυρώσεις στο εμπόριο αγαθών με παράνομους ισραηλινούς οικισμούς στη Δυτική Όχθη’ σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη βία εποίκων εναντίον Παλαιστινίων και την επέκταση των οικισμών».
Αλήθεια, μιας και διανύουμε όμως ημέρες ΔΕΘ αλλά και επιδοματικών παροχών από τον ελεήμονα πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και την κυβέρνησή του, η μονομέρεια στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής… κοστολογείται; Και πόσο; Ποιος είναι ο «χώρος» μέσα στον οποίο επιλέγει να κινείται; Πόσο στενά είναι τα περιθώρια ελιγμών για την χώρα; Και κυρίως, πόσο την εξυπηρετούν;
Ο Αμερικανός δημοσιογράφος και αναλυτής Ρόμπερτ Κάπλαν, στην «Έρημη Χώρα» του που αξίζει να τη μελετήσει κανείς, περιγράφει έναν κόσμο στον οποίο η μεταψυχροπολεμική βεβαιότητα έχει τελειώσει. Η «τάξη» (τουλάχιστον όπως την γνωρίζαμε) υποχωρεί, οι κρίσεις αλληλοτροφοδοτούνται και η γεωγραφία, σημειώνει, επιστρέφει ως καθοριστικός παράγοντας της ισχύος. Δεν είναι απαραίτητο να συμφωνεί κανείς με τον πεσιμισμό (ή με τις επί μέρους συντηρητικές πολιτικές θέσεις) του Κάπλαν για να αναγνωρίσει το βασικότερο συμπέρασμα που εξάγει. Το γεγονός πως όταν ο κόσμος γίνεται πιο ασταθής, οι χώρες που έχουν λιγότερες επιλογές είναι εκείνες που γίνονται αυτομάτως πιο ευάλωτες.
Και η Ελλάδα «χωροχρονικά», βρίσκεται πλέον ακριβώς σε αυτό το κρίσιμο σταυροδρόμι. Είναι ευρωπαϊκή και νατοϊκή χώρα, αλλά ταυτόχρονα είναι και χώρα μεσογειακή και βαλκανική. Συνορεύει με την Τουρκία, βρίσκεται δίπλα στη Μέση Ανατολή, έχει συμφέροντα στη Βόρεια Αφρική και αποτελεί ενεργειακή κι εμπορική πύλη προς την Ευρώπη. Η γεωγραφία της, δηλαδή, της επιβάλλει κάτι που η εξωτερική πολιτική της διακυβέρνησης Μητσοτάκη συχνά μοιάζει να ξεχνά – την ανάγκη για πολυδιάστατη δράση.
Και ακριβώς εδώ, βρίσκεται και η ουσία.
Η στενή στρατηγική σχέση με το Ισραήλ μπορεί ως έναν (μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό) να εξυπηρετεί τα ελληνικά συμφέροντα. Η μετατροπή της, όμως, σε τυφλή πολιτική ταύτιση είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα. Ιδίως δε, όταν το ίδιο το δυτικό στρατόπεδο διαφοροποιείται απέναντι στην ισραηλινή κυβέρνηση επειδή η τελευταία παραβιάζει κανόνες του διεθνούς Δικαίου, η Ελλάδα που διαχρονικά διαθέτει ένα «απόλυτο όπλο», τους διεθνείς κανόνες για να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της, δεν έχει απολύτως κανέναν λόγο να γίνεται ολοένα και πιο «ισραηλινή» από τους συμμάχους της.
Την ίδια ώρα, η Τουρκία κάνει ακριβώς το αντίθετο. Παραμένει «τουρκική». Δεν εγκαταλείπει τη Δύση, αλλά δεν περιορίζεται και δεν εξαρτάται από αυτήν. Ανοίγει ταυτόχρονα νέα πεδία δράσης και διαύλους επικοινωνίας – από τη Συρία, τη Λιβύη και τον Καύκασο μέχρι τον αραβικό κόσμο και την Ασία. Και τώρα, με τη συμφωνία αμυντικής συνεργασίας με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, αποκτά ακόμη ένα περιφερειακό εργαλείο. Εργαλείο το οποίο αποτελεί ακόμη μία ένδειξη του τρόπου με τον οποίο η Άγκυρα αντιλαμβάνεται την ισχύ. Ως μία φαρέτρα «πολλαπλών επιλογών».
Η χώρα μας, στη φάση αυτή της «μετάβασης» και των μεγάλων μεταβολών που αποτυπώνονται μέσα στο παγκόσμιο γεωγραφικό και ιστορικό πλαίσιο οφείλει και πρέπει λοιπόν αντιστοίχως να αναζητά συνεχώς «περισσότερες δυνατότητες». Να παραμένει δύναμη δυτική, χωρίς όμως η «ταυτότητά» της να την καταντά δύναμη μονοδιάστατη. Να διατηρεί και τη στρατηγική σχέση της με το Ισραήλ, χωρίς όμως να εγκλωβίζεται ελέω της συμμαχίας της στις εγκληματικές πολιτικές επιλογές του Τελ Αβίβ στη κατεχόμενη παλαιστινιακή γη. Να αντιμετωπίζει την Τουρκία ως αντίπαλο όταν η Άγκυρα προκαλεί, αλλά και ως γείτονα όταν απαιτείται και συγχρόνως να κατανοεί και να αναλύει σοφά τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα επιχειρεί να διευρύνει το γεωπολιτικό της αποτύπωμα.
Κι αυτό, διότι τελικά, η γεωπολιτική αξία μιας χώρας δεν μετριέται μόνο από το ποιοι είναι οι σύμμαχοί της, αλλά από το πόσες επιλογές της απομένουν όταν οι σύμμαχοί της αλλάξουν προτεραιότητες – και συμμάχους. Και σε αυτή την «Έρημη Χώρα», όχι του Κάπλαν, αυτό ίσως είναι και το ερώτημα που οφείλει να απαντήσει σήμερα η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Πόσο μας κοστίζει τελικά – επί του πεδίου – η εξωτερική της πολιτική.
Δεν υπάρχουν σχόλια