....

....

Η μελαγχολία της αντίστασης (του Γιώργου Τραπεζιώτη)

 02/09/2026

  • Διάβαζα το καλοκαίρι την αριστουργηματική «Μελαγχολία της αντίστασης» του νομπελίστα πλέον, Λάζλο Κρασναχορκάι. Ένα μυθιστόρημα σκοτεινό, σχεδόν ασφυκτικό, για μια κοινωνία που αισθάνεται ότι ο κόσμος της διαλύεται. Στην πόλη όπου διαδραματίζονται όλα, καταφθάνει ένα μυστηριώδες τσίρκο και μαζί του κι ένας «Πρίγκιπας» ο οποίος υπόσχεται την ανατροπή. Και γύρω του, συσπειρώνονται άνθρωποι, το πλήθος, που είναι έτοιμο να πιστέψει ότι η καταστροφή της παλιάς τάξης αρκεί για να γεννηθεί κάτι καινούργιο.

Δεν αρκεί όμως.

Αυτή, ίσως να είναι τελικά και η πιο ενδιαφέρουσα πολιτική αναλογία με τη σημερινή Ελλάδα – ειδικά αυτή την εποχή, μέρες ΔΕΘ, αλλά κι ενόψει των βουλευτικών εκλογών. Η φθορά της κυβέρνησης αποτελεί μέρος της δημόσιας συζήτησης. Η δυσαρέσκεια είναι υπαρκτή. Η αμφισβήτηση, επίσης. Όμως τίποτε από αυτά δεν οδηγεί αυτομάτως στην πολυπόθητη «πολιτική αλλαγή». Γιατί άλλο πράγμα είναι η απόρριψη αυτού που υπάρχει και άλλο πράγμα η εμπιστοσύνη σε αυτό που θα το αντικαταστήσει.

Κι εδώ ακριβώς, εντοπίζεται το σημαντικότερο πλεονέκτημα του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Ο πρωθυπουργός δεν χρειάζεται καν να πείσει οποιονδήποτε ότι «όλα λειτουργούν άψογα». Αρκεί μόνο να πει πως, μέσα σε μια περίοδο διεθνούς και εσωτερικής αβεβαιότητας, η δική του κυβέρνηση παραμένει η ασφαλέστερη επιλογή για να μη διαταραχθεί η «ισορροπία». Η «σταθερότητα» λοιπόν, αλλά και η πρώτη εξαδέλφη της η «κανονικότητα», έχουν πάψει να είναι απλώς πολιτικά συνθήματα – τουλάχιστον στον βαθμό που ήταν στις εκλογές του 2019 ή ακόμη και σε εκείνες του 2023. Κι αυτό γιατί πλέον έχουν μετεξελιχθεί (ή μεταλλαχθεί) σε… ψυχολογικό καταφύγιο.

Γι’ αυτό και η φετινή ΔΕΘ έχει μεγαλύτερο «ειδικό πολιτικό βάρος» από μια συνηθισμένη ΔΕΘ-έκθεση εξαγγελιών, παροχολογίας, υποσχέσεων και πλειδοσίας. Γιατί φέτος στη Θεσσαλονίκη θα αποκαλυφθεί ποιοι διεκδικητές της διακυβέρνησης του τόπου μπορούν να περιγράψουν ουσιαστικά και επαρκώς την επόμενη μέρα, οραματικά. Αλλά και ποιοι, θα συνεχίσουν απλώς να περιγράφουν-καταγράφουν την ήδη καταγεγραμμένη λαϊκή-κοινωνική δυσαρέσκεια αρκούμενοι στις καταγγελίες.

Κι εδώ ακριβώς, σε αυτό το σημείο, βρίσκεται και η ουσία – αλλά, με έναν αστερίσκο.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης εδώ και καιρό καταγγέλλουν τις καταστροφικές επιπτώσεις της διακυβέρνησης Μητσοτάκη και καταθέτουν τις προτάσεις τους μέσα από τα δικά τους πολιτικά και ιδεολογικά φίλτρα. Εντούτοις, η κοινωνική δυσαρέσκεια, δημοσκοπικά τουλάχιστον, παραμένει κατακερματισμένη. Άλλοι επιμένουν να αναζητούν τη λύση κοιτώντας ξανά προς το Κέντρο. Προς τον «προθάλαμο» δηλαδή, την «γκαρσονιέρα» της (ακρο)Δεξιάς. Άλλοι, κοιτούν δεξιότερα της παρούσας μητσοτακικής νεοφιλελεύθερης Δεξιάς – είτε αναμένοντας το «κόμμα Σαμαρά», είτε κοιτώντας από τον Βελόπουλο και τη Λατινοπούλου και φτάνοντας μέχρι και τον Κασιδιάρη. Ο οποίος ναζί Κασιδιάρης καραδοκεί και δυστυχώς όπως όλα δείχνουν, δεν αποκλείεται να επιστρέψει. Υπάρχουν κι εκείνοι όμως, που αναζητούν διέξοδο μέσα από μια ολόκληρη γκάμα, δήθεν «αντισυστημικών» σχημάτων με παρδαλή αντιπολιτική φορεσιά που διεκδικούν κομμάτι από την πίτα της οργής – ενώ παραμένει άγνωστο(;) και το πού θα το παραδώσουν μετεκλογικά.

Πολλές και διαφορετικές οι αρνήσεις λοιπόν απέναντι στην μητσοτακική «κανονικότητα» κι εδώ υπάρχει αυτός ο «αστερίσκος» για τον οποίον λέγαμε πιο πάνω. Η ευθύνη, που συχνά «ξεχνάμε». Η δημοκρατία δεν είναι υπόθεση μόνο εκείνων που ζητούν-διεκδικούν την ψήφο μας. Είναι και υπόθεση εκείνων που καλούνται να την δώσουν. Και εδώ ακριβώς η πολιτική κοινωνία (ή η κοινωνία των πολιτών) έχει το δικό της μεγάλο, μερίδιο ευθύνης. Δεν αρκεί να απαιτούμε καλύτερους πολιτικούς, καλύτερη αντιπολίτευση όταν οι ίδιοι δεν είμαστε διατεθειμένοι να ακούσουμε όσα λένε. Όταν η «ενημέρωσή» μας εξαντλείται στον τίτλο μιας είδησης, στο τηλεοπτικό «σούπερ», στο απόσπασμα δηλώσεων, στο βίντεο των λίγων δευτερολέπτων ή στον αλγόριθμο της «φούσκας» των σόσιαλ μίντια. Όταν προτιμάμε απλώς την ασφάλεια της επιβεβαίωσης της ήδη διαμορφωμένης, σχεδόν πακτωμένης, άποψής μας, από την κοπιώδη προσπάθεια να καταλάβουμε και να κρίνουμε τι πραγματικά λέει-προτείνει ο άλλος.

Η πολιτική μας αδράνεια, αποτελεί κι αυτή πολιτικό γεγονός. Και ίσως εδώ εντοπίζεται και η πιο βαθιά ειρωνεία της «Μελαγχολίας της Αντίστασης». Το
πλήθος μπορεί πιο εύκολα να πειστεί ότι ο παλιός κόσμος πρέπει να γκρεμιστεί. Πολύ δυσκολότερα όμως θα καθίσει να ακούσει πώς ακριβώς θα οικοδομηθεί ο επόμενος.

Αυτό είναι λοιπόν το πραγματικό στοίχημα της φετινής, κρισιμότατης πολιτικά για τα μελλούμενα, ΔΕΘ.

Οι πολιτικοί αρχηγοί οφείλουν να παρουσιάσουν το πολιτικό τους σχέδιο, τις πολιτικές τους προτεραιότητες και να δώσουν συγκεκριμένες απαντήσεις σε υπαρκτά ερωτήματα που ακουμπούν στην βάση της καθημερινότητας. Αλλά και οι πολίτες οφείλουν να ακούσουν. Να διαβάσουν. Να συγκρίνουν. Και να κάνουν κάτι όχι τόσο συνηθισμένο, κάτι σχεδόν πρωτοφανές για την εποχή. Να αμφισβητήσουν, να προβοκάρουν ακόμη και τις δικές τους βεβαιότητες.

Άλλωστε καμία πολιτική αλλαγή δεν ήρθε όταν απλώς κάποιος ούρλιαξε δυνατότερα ότι «το σύστημα απέτυχε». Η πολιτική αλλαγή (και στην χώρα μας), επήλθε μόνο σε εκείνες τις χρονικές στιγμές κατά τις οποίες, κάποιος εξήγησε με πειστικό τρόπο στους πολίτες τί θα έρθει μετά. Αλλά και όταν η κοινωνία ήταν αρκετά ώριμη, ώστε να καθίσει και να το ακούσει.

Μέχρι να ξαναβρεθούμε σε αυτό το σημείο, η «κανονικότητα» θα εξακολουθεί να κερδίζει.

thefaq.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.