....

....

Πλήθος Λογιστών (του Γιώργου Τραπεζιώτη)

 04/09/2026

  • Υπάρχει ένα παράδοξο στον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει τις ιστορικές πολιτικές, οικονομικές ή κοινωνικές της κρίσεις. Αν ανατρέξει κανείς στο μεταίχμιο του 2012, θα θυμηθεί την ενορχηστρωμένη υστερία μιας ολόκληρης ελίτ – συστημικών πολιτικών του πάλαι ποτέ δικομματισμού αλλά και «νοικοκυραίων» δημοσιογράφων – που προειδοποιούσε εν χορώ πως μια πιθανή έλευση της Αριστεράς στα πράγματα, αυτόματα θα σήμανε ένα τσουνάμι… απαλλοτριώσεων! «Θα μας πάρουν τα σπίτια», «θα χαθούν οι καταθέσεις μας», «δεν θα έχουμε να φάμε», τέτοια έλεγαν.

Ήταν η εποχή όπου η συλλογική ψυχολογία χειραγωγούνταν τόσο βάναυσα, ώστε άνθρωποι της διπλανής πόρτας, κυρίως οι ηλικιωμένοι, έτρεμαν μην χάσουν ακόμη και τις βέρες του γάμου τους ή έναν μικρό χρυσό σταυρό που είχαν (όχι βέβαια σε θυρίδα), επειδή έτσι «είχαν ακούσει στην τηλεόραση».

Σήμερα, δεκατέσσερα χρόνια μετά, η ανησυχία για τα τιμαλφή, αλλά των πλουσίων τα τιμαλφή στις τραπεζικές θυρίδες, επιστρέφει – με την ίδια ακριβώς ένταση. Μόνο που στο μεσοδιάστημα, το νερό που κύλησε στο αυλάκι συμπαρέσυρε μαζί του και τα τελευταία απομεινάρια της κοινωνικής λογικής. Το θύμα δεν ταυτίζεται πλέον απλώς με τον θύτη του, αλλά έχει αρχίσει να μιλά απταίστως τη γλώσσα του!

Όταν ο Αντόνιο Νέγκρι εισήγαγε στην πολιτική φιλοσοφία την έννοια του «Πλήθους», το οραματιζόταν ως το απόλυτο υποκείμενο της χειραφέτησης. Για τον Νέγκρι, το πλήθος ήταν μια ζωντανή, οριζόντια, ανατρεπτική δύναμη. Ένα δίκτυο αυτόνομων ατομικοτήτων που επικοινωνεί, διεκδικεί και παράγει «κοινά αγαθά» σε διαρκή σύγκρουση με την παγκοσμιοποιημένη «Αυτοκρατορία» του κεφαλαίου. Στο δυστοπικό παρόν της ελληνικής προεκλογικής πραγματικότητας ωστόσο, γινόμαστε μάρτυρες μιας θλιβερής μετάλλαξης. Το πλήθος έχει απεμπολήσει τη δημιουργική-παραγωγική αλλά και διανοητική του ισχύ και έχει αυτοανακηρυχθεί στον πιο αμείλικτο, στον πιο αυστηρό λογιστή της ίδιας του της μιζέριας.

Η απόδειξη βρίσκεται στον τρόπο που μέρος της κοινωνικής βάσης αντιμετωπίζει τα πολιτικά προγράμματα που παρουσιάζονται αυτές τις μέρες στην Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Με το που η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ) του Αλέξη Τσίπρα κατέθεσε προτάσεις που επιχειρούν να αποκαταστήσουν την κοινωνική συνοχή, το γνωστό πολιτικο-μιντιακό σύστημα βγήκε στα κάγκελα, αντιδρώντας ανακλαστικά. Πριν καν ο πρώην πρωθυπουργός κατεβεί από το βήμα, οι αυτόκλητες φωνές της «σύνεσης» και οι νεόκοποι σύμμαχοί τους είχαν ήδη βγει στο μεϊντάνι ουρλιάζοντας, «Πού θα βρείτε τα λεφτά;». Αυτό όμως συμβαίνει, από την πλευρά, από το κομμάτι εκείνο του πολιτικού σκηνικού (ΝΔ και ΠΑΣΟΚ) που χρεοκόπησε τη χώρα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά. Και είναι μάλλον, αναμενόμενο.

Το πραγματικά τρομακτικό είναι πως ακριβώς την ίδια κραυγή την επαναλαμβάνει πια, σαν ηχώ μέσα στην ζούγκλα, κι ένα μέρος του «Πλήθους» κι όχι απαραίτητα γιατί διαφωνεί πολιτικά με την ΕΛ.Α.Σ και με όσα εξήγγειλε ο Τσίπρας, αλλά γιατί φοβούνται πως ο τελευταίος… «θα μας βάλει σε περιπέτειες». Άνθρωποι που για χρόνια συνθλίβονται από την ακρίβεια, που βιώνουν τη διάλυση του ΕΣΥ και τη συστηματική υποβάθμιση της ζωής τους, μετατρέπονται οικειοθελώς σε δογματικούς θεματοφύλακες των οικονομικών ισολογισμών.

Στη βάση της κοινωνίας έχει εδραιωθεί πια, μια σχεδόν «λουθηρανική» ηθική της λιτότητας – κι εδώ η κουβέντα πηγαίνει πέρα από την ΕΛ.Α.Σ και τον Τσίπρα. Μια βαθιά, εσωτερικευμένη ενοχικότητα που ευθυγραμμίζεται πλήρως όμως, με τα συμφέροντα των δυναστών της, έγινε το κυρίαρχο αφήγημα. Είναι οι ίδιοι οι συμπολίτες μας που έμαθαν πια να επιχειρηματολογούν με πάθος ότι για παράδειγμα τα μέσα μαζικής μεταφοράς δεν πρέπει να είναι δωρεάν, γιατί «κινδυνεύει ο δημοσιονομικός χώρος». Είναι οι ίδιοι που αποδέχονται το εξωφρενικό αφήγημα ότι οι καλοκαιρινές διακοπές δεν αποτελούν θεμελιώδη ανθρώπινη ανάγκη, αλλά μια «μόδα των τελευταίων ετών» και ότι η ξεκούραση μπορεί να περιοριστεί «στο μπαλκόνι με ένα καφεδάκι». Η ποιότητα ζωής υποβιβάζεται, κανονικοποιείται και μεταφράζεται ως προκλητική πολυτέλεια.

Κι αυτός είναι ο απόλυτος θρίαμβος του νεοφιλελεύθερου ρεαλισμού. Το σύστημα – αυτό ακριβώς είναι το «σύστημα» που οι όψιμοι «αντισυστημικοί» ψάχνουν να εντοπίσουν για να τιμωρήσουν στην κάλπη, αλλά κοιτάνε αλλού παραζαλισμένοι – κατάφερε να διαβρώσει τα κοινωνικά αντανακλαστικά, επιβάλλοντας το δόγμα του ατομισμού, αλλά και του «λίγου». Του «λίγου» στα όνειρα, του «τόσο όσο» στις προσδοκίες. Το «κάλλιο λίγα και στο χέρι». Η θεσμοθέτηση της κουλτούρας των passes, των επιδομάτων-ψίχουλων και της κρατικής ελεημοσύνης, έχει μετατραπεί σε νέο εθνικό ένστικτο.

Το «Πλήθος» δεν σκέφτεται πλέον με όρους αναγκών ή δικαιωμάτων, αλλά με όρους κοινωνικού δαρβινισμού, στη βάση της επιβίωσης του πιο Ισχυρού. Εκπαιδεύτηκε να φοβάται το μεγάλο, το διεκδικητικό, το δίκαιο. Και προτιμά τη σιγουριά(;) μιας διαχειρίσιμης εξαθλίωσης από το «ρίσκο» μιας ουσιαστικής αλλαγής. Αυτή η εσωτερίκευση της υποτίμησης της ίδιας μας της ύπαρξης αποτελεί και τη μεγαλύτερη πολιτική επιτυχία της επταετίας Μητσοτάκη. Κατάφεραν να πείσουν την κοινωνία ότι δεν δικαιούται τίποτα παραπάνω από τα ψίχουλα που της πετούν, την ίδια ώρα που οι ίδιοι διασπαθίζουν το δημόσιο χρήμα μέσω απευθείας αναθέσεων, διευρύνοντας τις ανισότητες σε κάθε επίπεδο.

Αν το «Πλήθος» λοιπόν δεν σπάσει αυτόν τον παραμορφωτικό καθρέφτη της συντηρητικής αναδίπλωσης, αν δεν σταματήσει να συμπεριφέρεται σαν ορκωτός λογιστής των δημίων του κι αν δεν σταματήσει να μιλάει την γλώσσα τους, αλλά την δική του, αυτή των αναγκών του, τότε το πολιτικό σκηνικό θα παραμείνει απλώς μια σκηνή όπου θα ανεβαίνει, ξανά και ξανά, η ίδια κακοπαιγμένη παράσταση. Η δημοκρατία και η κοινωνική αξιοπρέπεια σαφώς και δεν κοστολογούνται με όρους αγοράς – σε αντίθεση με τη διαφθορά και τα σκάνδαλα που έχουν συγκεκριμένο τίμημα. Ή τις διεκδικείς ολόκληρες, ή συμβιβάζεσαι με τη μοίρα του θεατή που χειροκροτεί τον δεσμοφύλακά του επειδή, στο τέλος της ημέρας, του άφησε λίγο περισσότερο φως στο κελί.

thefaq.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.