....

....

Ο «πάροχος» Μητσοτάκης (Του Γιώργου Τραπεζιώτη)

 07/09/2026

  • Στο αιρετικό «Γυμνό Γεύμα» του Ουίλιαμ Μπάροουζ η εξάρτηση κάποια στιγμή παύει να αφορά στις ουσίες, αλλά κυρίως, αφορά στη σχέση ανάμεσα σε εκείνον που τις χρειάζεται και σε εκείνον που μπορεί να του τις δώσει. Κι εκεί ακριβώς βρίσκεται ίσως το πιο πολιτικό στοιχείο του βιβλίου, καθώς η εξάρτηση δεν αποτελεί απλώς μια προσωπική αδυναμία, αλλά έναν μηχανισμό ελέγχου. Κι όποιος ελέγχει αυτό από το οποίο εξαρτάται ο άλλος, αυτόματα αποκτά επάνω του, εξουσία.

Το «Γυμνό Γεύμα», αποτελεί έναν παράξενα κατάλληλο τρόπο για να διαβάσει κανείς «αλλιώς» την φετινή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ), καθώς ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν πήγε φέτος στην συμπρωτεύουσα απλώς για να ανακοινώσει μέτρα, αλλά για να αφηγηθεί μια «σχέση». Μια σχέση εξάρτησης. Η οικονομία «πηγαίνει καλά» μας είπε, οι δείκτες «ευημερούν», τα δημόσια ταμεία «αντέχουν», ο δημοσιονομικός χώρος «μεγαλώνει» και κυρίως «είναι ορισμένος». Και τώρα, η κυβέρνηση μπορεί λοιπόν να επιστρέψει «κάτι» πίσω στην κοινωνία. Μειώσεις φόρων, περισσότερες «λελογισμένες» ενισχύσεις, αυξήσεις, αλλά και διάφορα μέτρα για οικογένειες, για συνταξιούχους και για εργαζομένους – κυρίως του δημόσιου τομέα.

Η εικόνα μοιάζει να είναι ελκυστική, εκτός κι αν κάποιος μπει στον κόπο να την παρατηρήσει λίγο πιο προσεκτικά. Γιατί είναι άλλο πράγμα να ασκείς ουσιαστική κοινωνική πολιτική και άλλο να παρουσιάζεις τις πολιτικές σου επιλογές ως νοικοκυρεμένη κυβερνητική γενναιοδωρία. Άλλωστε, στην πρώτη περίπτωση το κράτος αυτομάτως αναγνωρίζει δικαιώματα στους πολίτες και σπεύδει άμεσα να διορθώσει ανισότητες. Στη δεύτερη περίπτωση όμως, ο πολίτης ουσιαστικά βρίσκεται απέναντι σε έναν «πάροχο». Απέναντι σε κάποιον που αποφασίζει πόσα θα πάρουν, ποιοι θα τα πάρουν και πότε.

Σαφώς και οι μισθοί, οι συντάξεις, οι φοροελαφρύνσεις, τα μέτρα κοινωνικής προστασίας σε όλες τους τις μορφές δεν αποτελούν προσωπικές παροχές του εκάστοτε πρωθυπουργού-κυβερνήτη. Όταν όμως καταντάνε επικοινωνιακά ως «δώρο» της κυβέρνησης και του επικεφαλής της, τότε δεν αλλάζει μόνο το νόημα των λέξεων, αλλά μεταλλάσσεται η ίδια η αντίληψη του πολίτη για τα πράγματα.

Του πολίτη που συνηθίζει, εθίζεται να μην ακούει πια τί δικαιούται «για να μην πέσει η χώρα στα βράχια», ενώ συγχρόνως εκπαιδεύεται να ακούει το ποιος είναι ο πλέον αρμόδιος για να του τα δώσει – καθώς δίχως αυτόν και την κυβέρνησή του, «τα πράγματα μπορεί να γίνουν χειρότερα».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο στην ΔΕΘ ο Μητσοτάκης επέλεξε-ανέδειξε και τον πολιτικό του αντίπαλο ενόψει εκλογών. Αναφέρθηκε στον Αλέξη Τσίπρα και στην Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ), επιστρέφοντας στο 2015, σχολιάζοντας το νέο του πολιτικό ξεκίνημα κι επιτιθέμενος στο «rebranding» του.

Λέει αυτό κάτι για τον Τσίπρα; Λέει και παραλέει για την υπολογίσιμη όπως φαίνεται, από την Δεξιά, δυναμική του. Μαρτυρά όμως ακόμη περισσότερα για τον Μητσοτάκη. Γιατί οι πολιτικοί αντίπαλοι δεν επιλέγονται μόνο με βάση τη σημερινή τους δυναμική, αλλά μετριούνται στην βάση του τι μπορούν να συμβολίσουν «την επόμενη μέρα» και τί μπορούν να ανατρέψουν.

Ο Τσίπρας ασφαλώς κουβαλά τις αντιφάσεις της δικής του διακυβέρνησης. Τις μεγάλες προσδοκίες του 2015, τους συμβιβασμούς που ακολούθησαν, τις ήττες, τα λάθη. Και δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να διαγραφούν όλα αυτά από τη μνήμη – ούτε ο ίδιος άλλωστε τα παραλείπει ή τα προσπερνά μέσα από τις σελίδες της «Ιθάκης». Ο Τσίπρας όμως ταυτόχρονα συνεχίζει να είναι ο τελευταίος πολιτικός που ως πρωθυπουργός κατάφερε να αμφισβητήσει στην πράξη την ιδέα ότι η διακυβέρνηση της χώρας αποτελεί σχεδόν φυσική συνέχεια της πολιτικής κυριαρχίας της Νέας Δημοκρατίας και των πάσης φύσεως «νόμιμων ιδιοκτητών» του τόπου.

Ο «πάροχος» Μητσοτάκης λοιπόν, αντιλαμβάνεται ήδη πως η επανεμφάνιση ενός πολιτικού που μπορεί να ενώσει ακροατήρια που θα αποτελέσουν τον «απέναντι πόλο» και να προτείνει ένα εντελώς διαφορετικό μοντέλο διακυβέρνησης με κοινωνικό και ταξικό πρόσημο, αφενός ακυρώνει την μέχρι πρότινος βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει αντίπαλος. Αφετέρου ο «πάροχος» Μητσοτάκης, αντιλαμβάνεται επίσης ότι η επόμενη εκλογική μάχη δεν θα κριθεί μόνο από το πόσα θα επιστρέψει η «κυβέρνηση των αρίστων» στις τσέπες των πολιτών, αλλά από το εάν οι πολίτες εξακολουθούν να πιστεύουν ότι τα ψίχουλα αρκούν για να επιβιώσουν.

Και για αυτό το πολιτικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί πλέον, σχετίζεται κυρίως με το εάν η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως φορέα δικαιωμάτων ή ως συλλογικό αποδέκτη παροχών. Κι όσο κυριαρχεί η δεύτερη αντίληψη, τόσο η εξουσία θα συνεχίζει να παρουσιάζει το αυτονόητο ως χάρη και τις ανάγκες των ανθρώπων, ως πεδίο πολιτικής συναλλαγής.

thefaq.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.