«Πώς είναι δυνατόν αυτοί που μιλούν για εθνικό συμφέρον να μην έχουν κανένα πρόβλημα με μια ΕΥΠ η οποία είναι διάτρητη στις παρακολουθήσεις από το Predator και, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, ό,τι περνάει από το Predator και το Pegasus καταλήγει στις μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ, όπως έχουν εξηγήσει στην Washington Post Αμερικανοί αξιωματούχοι;» αναρωτήθηκε μεταξύ άλλων ο Άρης Χατζηστεφάνου μιλώντας  στην εκδήλωση του tvxs «Ηθική και πολιτικός ρεαλισμός: Η σχέση Ελλάδας-Ισραήλ εν μέσω γενοκτονίας», που πραγματοποιήθηκε στην ΕΣΗΕΑ και μεταδόθηκε μέσω live streaming.

Ο δημοσιογράφος ο οποίος φωτίζε χρόνια επίμονα το Παλαιστινιακό και τους συσχετισμούς γύρω από την ιστορία του πολύπαθου λαού,  μέσα από τις έρευνες του και τη βιβλιογραφία του, εξήγησε με ποιον τρόπο απομονώνεται για πρώτη φορά το Ισραηλινό λόμπι στις ΗΠΑ και μίλησε για τη θέση της Ελλάδας ως στρατηγικού συμμάχου του Ισραήλ, σε περίπτωση Ισραηλινοτουρκικής σύγκρουσης.

Στην εκδήλωση μίλησαν επίσης ο Γιώργος Αϋφαντής (πρέσβης επί τιμή) και ο δημοσιογράφος Πάνος Χαρίτος.

Παρέμβαση έκανε ο Γιώργος Σταθόπουλος (εμπνευστής της εκδήλωσης), ο οποίος εργάζεται στα κεντρικά του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας στη Γενεύη. Μαζί με άλλους συναδέλφους από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, που συμμερίζονται την άποψη πως η κατάσταση στη Γάζα συνιστά προσβολή των κοινών ανθρώπινων αξιών μας και πως απειλεί τις θεμελιώδεις αρχές του ΟΗΕ, συμμετέχει σε δραστηριότητες που στοχεύουν στην προώθηση μιας οργανωσιακής κουλτούρας ευθυγραμμισμένης με την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Στην εκδήλωση, την οποία συντόνισε η Φωτεινή Λαμπρίδη, έκαναν επίσης παρέμβαση ο Αντώνης Φάρας (March to Gaza) και ο Δημήτρης Πλειώνης (BDS Greece – Boycott, Divestment, and Sanctions), το κίνημα που ζητά μποϊκοτάζ, απόσυρση επενδύσεων και κυρώσεις για το Ισραήλ.

Η ομιλία του Άρη Χατζηστεφάνου

Θα ήθελα να ξεκινήσω και να κλείσω τη σημερινή μου τοποθέτηση στο πνεύμα μιας φράσης του Χάουαρντ Ζιν, που λέει ότι «δεν υπάρχει σημαία αρκετά μεγάλη για να σκεπάσει τη ντροπή, του να σκοτώνεις αθώους ανθρώπους».

Θα ήθελα να τη μεταφέρω στη δική μας πραγματικότητα και να πω ότι δεν υπάρχει εξωτερική πολιτική τόσο σημαντική που να δικαιολογεί μια στρατηγική συμμαχία με ένα κράτος που έχει δολοφονήσει περισσότερα από 20.000 παιδιά. Δεν υπάρχει εθνικό συμφέρον τόσο μεγάλο ώστε να δικαιολογεί μια συμμαχία με μια χώρα που έχει ελεύθερους σκοπευτές, οι οποίοι, σύμφωνα με όλους τους ξένους γιατρούς που βρέθηκαν στη Γάζα, στοχεύουν και πυροβολούν στο κεφάλι τα παιδιά των Παλαιστινίων για να τα εκτελέσουν.

Δεν μπορεί να υπάρχει εθνική ασφάλεια τόσο σημαντική και τόσο μεγάλη που να δικαιολογεί τη συμμαχία με ένα κράτος το οποίο εκπαιδεύει σκυλιά για να βιάζουν πολιτικούς κρατούμενους, όπως απέδειξαν οι New York Times.

Δεν θα σας πω τίποτα από όλα αυτά σήμερα, γιατί θα είμαι εκτός θέματος. Σήμερα θα μιλήσουμε για τον ρεαλισμό.

Και το ερώτημα που θέλω να θέσω είναι: έχουμε κάτι κοινό; Μπορούμε να κάτσουμε σε ένα τραπέζι και να συνομιλήσουμε με ανθρώπους που διαφωνούν με μένα και τον Χάουαρντ Ζιν σε όλα τα προηγούμενα; Με ανθρώπους που λέγανε ότι τα εθνικά μας συμφέροντα… Τι να κάνουμε; Κάνει γενοκτονία το ισραηλινό κράτος, αλλά η Τουρκία, οι απειλές, η εθνική μας ασφάλεια…. μας επιβάλλουν, με μια ρεαλιστική πολιτική, να αφήσουμε στην άκρη τον άνθρωπο και να δούμε τα δικά μας συμφέροντα;

Νομίζω ότι, αν έχω να συνεισφέρω κάτι στη σημερινή κουβέντα, είναι η εμπειρία μου από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν έχω, όπως ο Πάνος (Χαρίτος), ιδιαίτερη εμπειρία από τη Μέση Ανατολή —  μία φορά που κατάφερα να πάω στο Ισραήλ, πήγα απευθείας στη φυλακή, όπως στη Monopoly· δεν πέρασα καν από τα  σύνορα.

Έχω μείνει όμως κάποια χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες και παρατηρώ αυτό το διάστημα μια ιστορική αλλαγή. Βλέπω στις δημοσκοπήσεις του τελευταίου χρόνου, για πρώτη φορά στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, την πλειονότητα του πληθυσμού από όλα τα κόμματα να στηρίζει τους Παλαιστινίους και όχι τους Ισραηλινούς. Κάτι που θεωρούνταν αδιανόητο έως και πριν από πέντε χρόνια.

Βλέπω ακόμη και τη νεολαία του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, τις νεότερες γενιές, να καταδικάζουν τη στρατηγική συμμαχία των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ισραήλ και να ζητούν πλέον —αν όχι τον ολοκληρωτικό τερματισμό— πολύ σημαντικό ψαλίδισμα της στρατιωτικής συνεργασίας.

Βλέπω το AIPAC, το γνωστότερο και μεγαλύτερο ισραηλινό λόμπι, τον πυρήνα δεκάδων οργανώσεων άσκησης επιρροής στην Ουάσινγκτον, να βρίσκεται υπό πολιτικό διωγμό.

Όταν έφτασα πριν από πέντε χρόνια περίπου στις Ηνωμένες Πολιτείες, ήταν εντελώς διαφορετική η κατάσταση.  Αν βρισκόμασταν τότε τώρα στην περίοδο που είμαστε τώρα – πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου δηλαδή-, θα βλέπατε όλους τους πολιτικούς να κάνουν ουρές για το ποιος θα πρωτομπεί στο κτίριο του AIPAC, να κάνει χειραψίες και να φωτογραφηθεί με τα στελέχη του. Σήμερα είναι ό,τι πιο τοξικό μπορείς να κάνεις και σχεδόν θα σε οδηγήσει με βεβαιότητα στην πολιτική ήττα.

Οι πολιτικοί υποψήφιοι που αποφάσισαν να δώσουν ανοιχτά τη μάχη με το ισραηλινό λόμπι και να το κάνουν προμετωπίδα του πολιτικού αγώνα τους, όπως ο Ζοχράν Μαμντάνι για τη δημαρχία της Νέας Υόρκης, ο Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ στις προκριματικές των Δημοκρατικών στο Μίσιγκαν… Όσοι έδωσαν αυτή τη μάχη ανοιχτά με το AIPAC ανταμείφθηκαν από το εκλογικό σώμα. Κέρδισαν, και κέρδισαν και με μεγάλες διαφορές.

Κέρδισε ειδικά ο Ελ-Σαγιέντ στην πιο ακριβή πολιτική αντιπαράθεση στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών για προκριματικές εκλογές, με το AIPAC να έχει δώσει 30 εκατομμύρια δολάρια εναντίον του. Στο Μίσιγκαν δεν έβλεπες τίποτα άλλο σε πολιτικά μηνύματα, σε διαφημίσεις, σε εφημερίδες, πέρα από συνεχείς επιθέσεις εναντίον του. Συν 30 εκατομμύρια που είχαν δώσει άλλοι επιχειρηματίες, που σχετίζονται κι αυτοί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο με το Ισραήλ.

Φαινόταν ότι όσο περισσότερα ξόδευε το ισραηλινό λόμπι, τόσο ενισχύονταν τα επιχειρήματα των υποψηφίων που έλεγαν: «Ορίστε τι έχω απέναντί μου και πρέπει να με ψηφίσετε, γιατί θέλουμε μια δημοκρατική κοινωνία και όχι μια ξένη χώρα η οποία θα επιβάλει τη θέλησή της στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών».

Έρευνες έχουν δείξει ότι ακόμη και η πολιτική ήττα της Κάμαλα Χάρις στη μάχη για την προεδρία οφείλεται σε πολύ σημαντικό βαθμό στο ότι δεν διέκοψε την πολιτική του Μπάιντεν απέναντι στο Ισραήλ. Δεν λέω ότι ήταν ο πρωταρχικός λόγος, αλλά ήταν η κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων που χρειαζόταν και με την οποία θα μπορούσε να έχει κερδίσει και να είναι πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση, το ισραηλινό λόμπι αυτή τη στιγμή κρύβεται. Κρύβει τα στοιχεία του και αναγκάζεται να δημιουργεί θυγατρικές, υπεργολάβους, μικρές οργανώσεις που δεν φέρουν άμεσα τη σφραγίδα του, προκειμένου να μπορέσει να συνεχίσει να δίνει χρήματα σε υποψηφίους.

Και ακόμη και όταν το ίδιο παρεμβαίνει, τα χτυπήματά του δεν έχουν ως προμετωπίδα τη γνωστή κατηγορία περί αντισημιτισμού, που ήταν το παιχνίδι των τελευταίων χρόνων. Χτυπά τους πολιτικούς αντιπάλους όπου νομίζει ότι θα πονέσουν περισσότερο. Μπορεί να είναι στα θέματα των εκτρώσεων, μπορεί να είναι στα ζητήματα της αστυνόμευσης.

Βγάζει στην άκρη, δηλαδή, την ίδια του την παρουσία και την ταυτότητά του, προκειμένου να πετύχει τον στόχο του, αλλά να μη φανεί ότι είναι το ισραηλινό λόμπι που χτυπά τον έναν υποψήφιο ή στηρίζει τον άλλο υποψήφιο.

Αυτά μας φέρνουν σε μια εποχή πρωτοφανή, ξαναλέω, στην αμερικανική ιστορία, όπου ένας από τους διασημότερους influencers της ριζοσπαστικής, θα έλεγα, πτέρυγας των Δημοκρατικών —και ό,τι πιο αριστερό έχουμε δει με τόσους followers τις τελευταίες δεκαετίες—, ο Χασάν Πάικερ, να μπορεί να βγαίνει δημόσια και να λέει ότι χίλιες φορές θα προτιμούσε τη Χαμάς σε σχέση με τον Νετανιάχου, γιατί ο Νετανιάχου έχει κάνει χίλιες φορές περισσότερα εγκλήματα σε σχέση με τη Χαμάς.

Είναι η εποχή που μπορεί να βγει —και βγήκε χτες— ο γερουσιαστής Ρούμπεν Γκαλέγο και, απευθυνόμενος στον Υπουργό Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ, τον Μπεν-Γκβίρ, έκανε την εξής τοποθέτηση: «Δεν πρέπει να επιτραπεί ποτέ σε αυτή την κουράδα να εισέλθει στις Ηνωμένες Πολιτείες».

Νομίζω αυτό, στις κοινωνικές επιστήμες, λέγεται αλλαγή ιστορικού παραδείγματος. Όταν ένας γερουσιαστής αποκαλεί με αυτόν τον τρόπο έναν υπουργό του ισραηλινού κράτους.

Θα ήθελα τώρα να βγω σε αυτή την αίθουσα και να σας πω ότι αυτά τα κατάφερε η αμερικανική Αριστερά. Τα κατάφεραν οι κινητοποιήσεις στα πανεπιστήμια, τα κατάφεραν οι Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές, αυτή η μεγάλη ομπρέλα που πατάει και δεν πατάει στο Δημοκρατικό Κόμμα. Τα κατάφεραν άνθρωποι με μια στοιχειώδη ηθική, την οποία έβαλαν πάνω από οτιδήποτε, από το κυρίαρχο αφήγημα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Δυστυχώς, δεν ήταν έτσι. Θεωρώ ότι, αν και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο και ήταν οι πρωτοπόροι, υπήρξαν συντηρητικά, ρεαλιστικά κομμάτια της αμερικανικής κοινωνίας που δεν ενδιαφέρονται για τον άνθρωπο.

Ζουν σε μια χώρα που έχει προκαλέσει τις μεγαλύτερες εκατόμβες θυμάτων στην ιστορία της και έχει τροφοδοτήσει γενοκτονίες, έχει σφαγιάσει ολόκληρους πληθυσμούς, αλλά είπαν «ως εδώ»: δεν μπορούμε να ανεχτούμε πλέον ένα ξένο κράτος, που μέχρι τώρα μας λέγανε ότι είναι η Ρωσία, αλλά τελικά είναι το Ισραήλ, να παρεμβαίνει στις εκλογές μας με τέτοιο τρόπο, να μας ωθεί σε πολεμικές αναμετρήσεις, να μας αναγκάζει να δίνουμε όλον αυτόν τον πακτωλό χρημάτων για την προστασία του.

Δεν αναφέρομαι, προφανώς, σε αντισημίτες, σε νεοφασίστες και νεοναζιστές. Αυτοί έπαιξαν έναν συγκεκριμένο ρόλο: ήταν αντισημίτες, έγιναν οι πιο φανατικοί υποστηρικτές του Ισραήλ, όπως έγινε και στην Ευρώπη. Η πιο ακροδεξιά, όλοι οι νεοναζί, στηρίζουν αυτή τη στιγμή το Ισραήλ και τώρα ξαναγυρίζουν στις τρύπες τους.

Δεν μας ενδιαφέρουν αυτοί και δεν θέλουμε να έχουμε επαφή και να συνομιλούμε μαζί τους. Υπάρχει όμως ένα άλλο μεγάλο κομμάτι, το οποίο τροφοδοτείται από ανθρώπους, δημοσιογράφους όπως ο Τάκερ Κάρλσον —ακροδεξιός, αν τον θυμάστε, στο Fox News, που έφυγε—, αυτή τη στιγμή είναι η βασικότερη φωνή που ασκεί κριτική στο Ισραήλ στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Και φτάνει αυτό το πολιτικό φάσμα σε ανθρώπους που ακολουθούν μια ρεαλιστική παρακαταθήκη, την οποία εγώ θα εντόπιζα στο 2007, με την κυκλοφορία του περίφημου βιβλίου των Μέρσχαϊμερ και Γουόλτ, «Το Ισραηλινό Λόμπι και η Πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών», όπου για πρώτη φορά έχουμε μια τόσο τεκμηριωμένη συντηρητική επίθεση εναντίον του Ισραήλ και επίθεση εναντίον των σχέσεων με το Ισραήλ, που εξηγούν οι δύο καθηγητές ότι δεν είναι προς το εθνικό συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών αυτή η στρατηγική συμμαχία.

Παρεμπιπτόντως, παρενθετικά εδώ, είχε δημιουργηθεί ένας πολύ ενδιαφέρων διάλογος, όχι απευθείας, αλλά στον χώρο της Αριστεράς, με κάτι που έλεγε, ασκώντας κριτική σε αυτό το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, ο Νόαμ Τσόμσκι.

Και έλεγε ότι όχι, δεν είναι το ισραηλινό λόμπι που ελέγχει τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έχουμε απόλυτη ταύτιση συμφερόντων σε γεωπολιτικό επίπεδο. Αν θέλετε, το Ισραήλ είναι το πιόνι της εξωτερικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών και σταματήστε να εμφανίζεστε ως τα θύματα που μας ελέγχει ένα μικροσκοπικό κράτος στη Μέση Ανατολή. Εμείς κάνουμε τις γενοκτονίες, εμείς δημιουργούμε τα κράτη απαρτχάιντ.

Έρχονται, πριν από μερικές εβδομάδες, νομίζω, να απαντήσουν με ένα νέο βιβλίο, το οποίο θεωρώ ότι είναι συνέχεια της δουλειάς του Μέρσχαϊμερ, δύο άλλοι ακαδημαϊκοί, ο Έλι Κλίφτον και ο Ίαν Λάστικ, με το βιβλίο τους «Ισραηλινό Λόμπι: Η Αμερική στα Νύχια μιας Ξένης Υπερδύναμης».

Πρόλαβα να το διαβάσω -διαγώνια αν θέλετε- γιατί κυκλοφόρησε πραγματικά πολύ πρόσφατα, τώρα μέσα στο καλοκαίρι. Έχει ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο: λένε ότι, ενώ αυτοί θεωρούν ότι το ισραηλινό λόμπι ασκεί επιρροή ήδη από την εποχή του Τρούμαν στην εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, βάζουν μια γραμμή στην πτώση της Σοβιετικής Ένωσης.

Και λένε ότι σε επιμέρους θέματα μπορεί να ήταν καταστροφική η συμμαχία μας με το Ισραήλ. Παρ’ όλα αυτά, κάποιοι θα μπορούσαν να τη δικαιολογήσουν στη μεγάλη εικόνα της αντιπαράθεσης με τη Μόσχα, όπου κάτι χάναμε στη Μέση Ανατολή, αλλά κρατούσαμε κάποιες διεθνείς ισορροπίες.

Και έρχονται σήμερα να πουν ότι αυτό τελείωσε με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης. Και έρχονται να παρουσιάσουν, κατά τη γνώμη μου, και ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον σημείο, που τους φέρνει στο 2010, όπου έχουμε την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που ουσιαστικά επιτρέπει… μάλλον, απομακρύνει κάθε περιορισμό στη χρηματοδότηση πολιτικών υποψηφίων πριν από μεγάλες εκλογικές αναμετρήσεις.

Και αυτό, σύμφωνα με τους δύο καθηγητές, ανοίγει μια νέα στιγμή στην πολιτική ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου μεγάλοι επιχειρηματίες που είναι ήδη τοποθετημένοι, στρατηγικά τοποθετημένοι, έχοντας και τα κονδύλια και τις διασυνδέσεις —όπως, παραδείγματος χάρη, η οικογένεια Άντελσον, οι βαρόνοι των καζίνο που δηλώνουν πίστη στο ισραηλινό κράτος και όχι στην αμερικανική σημαία, όπως έχουν πει οι ίδιοι—, φτάνουμε, λένε οι δύο ακαδημαϊκοί, στη στιγμή που το λόμπι μπορεί με τα χρήματά του να ελέγξει πλέον πολιτικούς και να τους φέρει σε σύγκρουση με τα εθνικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα —οριακά το πρόλαβαν στο βιβλίο— η επίθεση, βέβαια, στο Ιράν.

Παρενθετικά να πω, δεν είμαι από τους ανθρώπους που λένε ότι το Ισραήλ κίνησε τα νήματα απόλυτα, διότι δεν υπήρχαν δυνάμεις μέσα στις Ηνωμένες Πολιτείες που ήθελαν αυτόν τον πόλεμο, αλλά σίγουρα δεν θα γινόταν αυτός ο πόλεμος με αυτούς τους όρους αυτή τη χρονική στιγμή αν δεν είχε πιέσει το Ισραήλ. Ήταν ο σπινθήρας, αν θέλετε.

Τι μας δείχνει το Ιράν; Διαλύει ουσιαστικά τους πυλώνες της αμερικανικής κυριαρχίας, όπως τους είδαμε μετά την κατάρρευση των συμφωνιών του Μπρέτον Γουντς, ουσιαστικά δηλαδή από τη δεκαετία του ’70, που στήνεται όλο το σύστημα του πετροδολαρίου με βασικούς όρους για τις σχέσεις κυρίως με τη Σαουδική Αραβία και τα άλλα Εμιράτα:

«Σας προσφέρουμε στρατιωτική προστασία, αγοράζετε όπλα από εμάς και μαζί ρυθμίζουμε τις τιμές του πετρελαίου, και έτσι η αμερικανική υπερδύναμη έχει στα χέρια της τη μηχανή που παράγει το χρήμα και μπορεί να ανταπεξέλθει ακόμη και στην οικονομική, στη βιομηχανική παρακμή της, γιατί έχουμε αυτόν τον μηχανισμό του πετροδολαρίου».

Τι καταφέρνει ο Τραμπ με την επίθεση; Διαλύει αυτό, κλείνει τα Στενά του Ορμούζ που ήταν ανοιχτά στη διεθνή ναυσιπλοΐα, αναβαθμίζει την Τεχεράνη σε βασικό στρατηγικό παίκτη σε ολόκληρη την περιοχή, αποδεικνύει την αδυναμία των Ηνωμένων Πολιτειών να προστατεύσουν ακόμη και τις δικές τους αμερικανικές βάσεις στην περιοχή και φτάνουμε Αμερικανούς ναύτες να πηδάνε από την απελπισία τους από τα αεροπλανοφόρα και να παρακαλάνε να τους βελτιώσουν λίγο το συσσίτιο γιατί δεν φτάνει, όπως τους έχουν κλεισμένους μέσα στα πλοία.

Θα κλείσω πάρα πολύ σύντομα και φαντάζομαι ότι άλλοι —τους βλέπω ήδη στο κοινό— γνωρίζουν πολύ καλύτερα πώς αυτή η κουβέντα μπορεί να μεταφερθεί στην Ελλάδα.

Υπάρχουν κάποια πράγματα που μου φαίνονται αδιανόητα όταν πάω να δω ποιες θα είναι αυτές οι ρεαλιστικές φωνές, τις οποίες αναζητώ βέβαια στη Δεξιά ή ακόμα και στην Άκρα Δεξιά, που θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν τη στρατηγική συμμαχία της Ελλάδας με το Ισραήλ.

Πώς γίνεται αυτή τη στιγμή η Κύπρος να στηρίζει, μέσω της στήριξης που παρέχει στο Ισραήλ, κάθε πρακτική των Τούρκων κατακτητών; Την κατοχή εδαφών, τη δολοφονία όσων διαφωνούν με αυτό, τον έλεγχο μιας περιοχής σε ευρωπαϊκό έδαφος;

Πώς γίνεται να υποστηρίζουν μια αντιπυραυλική ασπίδα την οποία είδαμε πόσο διάτρητη είναι όλο το τελευταίο διάστημα, και η μερική της επιτυχία οφείλεται στο γεγονός ότι από πίσω ήταν ο αμερικανικός στρατός, το Ηνωμένο Βασίλειο και όλες σχεδόν οι αραβικές χώρες;

Αν είχε αφεθεί μόνο του το Ισραήλ, μόνο με τη δική του τεχνογνωσία στην αντιπυραυλική ασπίδα, μπορείτε να φανταστείτε ποιες θα ήταν οι εικόνες στο Τελ Αβίβ και στην Ιερουσαλήμ.

Πώς είναι δυνατόν αυτοί που μιλούν για εθνικό συμφέρον να μην έχουν κανένα πρόβλημα με μια ΕΥΠ η οποία είναι διάτρητη στις παρακολουθήσεις από το Predator και, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, ό,τι περνάει από το Predator και το Pegasus καταλήγει στις μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ, όπως έχουν εξηγήσει στην Washington Post Αμερικανοί αξιωματούχοι;

Πώς είναι δυνατόν να παρακολουθείται ο Αρχηγός Γενικού Επιτελείου Στρατού με ισραηλινές εφαρμογές και όλη αυτή η εθνικιστική ομάδα να συνεχίζει να στηρίζει το Ισραήλ;

Και πώς είναι δυνατόν να απεμπολούμε ακόμη και κυριαρχικά δικαιώματα, όπως, παραδείγματος χάρη, έγινε με τα καράβια για τη Γάζα, τα οποία απηύθυναν έκκληση βοήθειας μέσα στη ζώνη έρευνας και διάσωσης και δεν πήραν απάντηση από το Ελληνικό Λιμενικό;

Δίναμε για χρόνια τη μάχη για το ποιος θα κινείται και ποιος θα έχει τον έλεγχο στις ζώνες έρευνας και διάσωσης απέναντι στην Τουρκία, για να το δώσουμε κατευθείαν μόλις μας το ζήτησε το Ισραήλ, για να μην θίξουμε τους συμμάχους μας.

Απάντηση σε όλα αυτά είναι, βέβαια, η τουρκική απειλή.

Κλείνω λέγοντας ότι, όταν ήμουν ανταποκριτής στην Κωνσταντινούπολη πριν από πάρα πολλά χρόνια, το συντομότερο ανέκδοτο ήταν το πόσο διαρκούν οι στρατηγικές συμμαχίες ή η απόλυτη υποτιθέμενη σύγκρουση της Άγκυρας με το Τελ Αβίβ, τα οποία άλλαζαν κάποια στιγμή, χρόνο με τον χρόνο.

Αυτό που θεωρούνταν συμμαχία διαλυόταν και ξαφνικά το Ισραήλ παρουσιαζόταν ως ο σημαντικότερος εχθρός.

Πού μας αφήνει αυτό στις σχέσεις μας με το Ισραήλ; Ειδικά σε μια περίπτωση θερμών επεισοδίων, έχουμε δύο σενάρια μπροστά μας: είτε θα υπάρξει πάλι μια αλλαγή της στάσης της Τουρκίας και ένα modus vivendi με το Ισραήλ, που εμάς θα μας πετάξει σαν στημένη λεμονόκουπα έξω, ή θα υπάρξει σύγκρουση και εμείς θα είμαστε βορρά στα κανόνια αυτής της μάχης.

Γιατί, προφανώς, ο ενδιάμεσος με τα αντιπυραυλικά συστήματα, αυτός που εκπαίδευε τα ισραηλινά αεροσκάφη, αυτός που παρουσιάζεται ως ο σημαντικότερος σύμμαχος, θα είναι και ο πρώτος στόχος. Και πήραμε και μια μικρή πρόγευση στη σύγκρουση με το Ιράν.

Αξίζει για αυτές τις αποτυχίες να απεμπολήσουμε και όλα αυτά για τα οποία μιλήσαμε;

Γιατί, στο κάτω-κάτω, αν θέλετε, υπήρχε μια περίοδος της ελληνικής ιστορίας που δεν θα διανοούνταν η Τουρκία να εισβάλει στην Ελλάδα: στη γερμανική κατοχή. Δεν είχαμε κανένα δικαίωμα, είχαμε μια άλλη χώρα να παίρνει όλες τις αποφάσεις για μας, ναι, και ήμασταν ασφαλείς από την Τουρκία.

Μας αρέσει αυτό με ρεαλιστικούς όρους;

Ξαναλέω, θα ήθελα να μην έχω κάνει μια ρεαλιστική ανάλυση. Θα ήθελα να έχω πει ότι, ακόμη και αν ήταν προς το εθνικό συμφέρον -όπως το αντιλαμβάνεται καθένας- η συμμαχία με το Ισραήλ θα έπρεπε να είμαστε απέναντί της. Θα έπρεπε να τη διακόψουμε αύριο, για λόγους ηθικής, για λόγους ανθρωπισμού.

Σας ευχαριστώ πολύ.