Cui bono;
Του Γιώργου Τραπεζιώτη
- Όρισε την ατζέντα και την τοποθέτησε στο πιο καυτό πεδίο της επικαιρότητας – στην ενεργειακή ακρίβεια – καταθέτοντας πολύ συγκεκριμένη πρόταση για την αντιμετώπισή της. Υποχρέωσε την κυβέρνηση Μητσοτάκη να απαντήσει πολιτικά απέναντι στα όσα είπε (και να την εκθέσει), ενώ ταυτόχρονα υποχρέωσε ακόμη και τα μιντιακά της κανόνια να σιγήσουν, καθώς ακόμη κι αυτά, δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά, δεν μπορούσαν να πλήξουν τον «αγαπημένο στόχο» που ήταν πια, εκτός του βεληνεκούς τους.
Και τί να πουν άλλωστε στον κόσμο; Πως το 1,4 ευρώ το λίτρο στο πετρέλαιο θέρμανσης δεν αποτελεί καλύτερη, πιο βιώσιμη τηρουμένων των συνθηκών πρόταση, από το 1,75 ευρώ το λίτρο που πρότεινε ως «δώρο» ο Μητσοτάκης; Ή μήπως πως είναι λάθος η πρόταση το πετρέλαιο κίνησης να μην επιτρέπεται να ξεπερνά το 1,8 ευρώ το λίτρο;
Τί να πουν; Πως η επιβολή πλαφόν περιθωρίου κέρδους και στα διυλιστήρια κι όχι μόνο στα πρατήρια, που πρότεινε ο Τσίπρας είναι εργαλείο άσκησης οικονομικής πολιτικής που δεν κινείται προς την σωστή κατεύθυνση στη φάση που βρισκόμαστε; Τί να πουν; Πως η έκτακτη φορολογία των υπερκερδών των διυλιστηρίων που το περασμένο εξάμηνο ξεπέρασε το 1,5 δισεκ. ευρώ, δεν πρέπει να επιβληθεί για να βάλουν κι αυτά, ουσιαστική πλάτη στο τεράστιο πρόβλημα που βαραίνει μόνο τους πολίτες;
Πώς να πείσουν και ποιον πολίτη εκεί έξω, πως η μείωση του ΕΦΚ στο μισό, δηλαδή στο ελάχιστο επιτρεπτό όριο που προβλέπει η ΕΕ, δεν αποτελεί μέτρο που θα ανακουφίσει σημαντικά τον κόσμο; Τί να πουν; Πως μια μείωση του ΦΠΑ στα καύσιμα στο 13%, όπως έκανε για παράδειγμα και η Ισπανία, δεν θα λειτουργούσε υπέρ των πολλών;
Σήμερα; Ο Αλέξης Τσίπρας, στην διάρκεια της συνέντευξής του στον ΣΚΑΪ, επανέλαβε όσα είπε χθες, εξήγησε γιατί τα είπε και – το πιο σημαντικό – τα έκανε και ταλιράκια. Πολιτικά ταλιράκια, σημειώνοντας πως «η χώρα δεν χρειάζεται πολιτική αλλαγή, χρειάζεται αλλαγή πολιτικής».
Ο πρώην πρωθυπουργός τέλειωσε όμως μια καλή και με τις διάφορες προ-αποκριάτικου τύπου αστειότητες των κάθε λογής αντιπολιτικών τσαρλατάνων. Όσων έσερναν κι επιμένουν να σέρνουν στον δημόσιο διάλογο, κόντρα σε κάθε πολιτική λογική «αφηγηματικές θεραπείες», περί συνεργασίας της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛ.Α.Σ) με την… Νέα Δημοκρατία. «Στο πλαίσιο ενός Μεγάλου Συνασπισμού», όπως ερωτήθηκε χαρακτηριστικά από τους δημοσιογράφους του φαληρικού καναλιού, ο Τσίπρας. «Ο Μεγάλος Συνασπισμός είναι η καλύτερη τροφή, το καλύτερο έδαφος για την ακροδεξιά και τους Κασιδιάρηδες», τελειώνοντας οριστικά κάθε τέτοια – προφανώς αστεία και κενή περιεχομένου – συζήτηση.
Αν ένα ερώτημα πρέπει να τεθεί σήμερα λοιπόν, δεν είναι άλλο από το κλασικό ερώτημα της… εγκληματολογίας, «cui bono;».
Από τις προτάσεις Τσίπρα για την αντιμετώπιση της ακρίβειας στα καύσιμα ξέρουμε, όλοι αντιλαμβάνονται ποιος ωφελείται εάν εφαρμοστούν. Οι πολλοί. Ποιος ωφελείται όμως από την επταετία που ροκάνισε την αγοραστική δύναμη όλων αυτών «των πολλών» και ξεχείλωσε τις ανισότητες; Η απάντηση είναι πολιτική και οικονομική μαζί. Οι λίγοι κι εκλεκτοί των «αρίστων», που υπερσυγκέντρωσαν πλούτο αλλά και οι μηχανισμοί που κανονικοποιούν τώρα τις κάθε λογής ακροδεξιές (αλλά και δήθεν αντισυστημικές) «λύσεις».
Κι ακριβώς αυτό το πλαίσιο γίνεται το εύφορο έδαφος αλλά και το χαλί που στρώνεται για να επανέλθουν οι Κασιδιάρηδες στα πράγματα. Και όσο η κυβέρνηση Μητσοτάκη αρνείται να απαντήσει επί της ουσίας στις συγκεκριμένες προτάσεις που κατατέθηκαν, τόσο πιο καθαρά φαίνεται ποιος πραγματικά επωφελείται – και πολιτικά – από την ακρίβεια. Αλλά κι από την συντήρηση διάφορων «χώρων στάθμευσης» ψηφοφόρων.
Δεν υπάρχουν σχόλια