Διεθνές Δίκαιο à la carte;
του Γιώργου Τραπεζιώτη
- Αν δεν ψηφίσετε για να βγει αυτοδύναμος ο Μητσοτάκη, θα σας κάνουν ντου – και ντα – οι Τούρκοι. Το ΄χε πει και ο παλιότερα ΠΑΣΟΚ, και πλέον ΝΔ, υπουργός Δικαιοσύνης, ο Γιώργος ο Φλωρίδης. «Στις επόμενες εκλογές υποχρεωτικά θα μπει ένα καίριο δίλημμα: Μια χώρα που βρίσκεται σε εθνική διακινδύνευση, εάν θα μείνει ακυβέρνητη ή θα κυβερνηθεί. Και αν θα μείνει ακυβέρνητη, μην έχουμε καμία αμφιβολία ότι θα γίνει το ντου από απέναντι, καμία αμφιβολία».
Το ‘χε πει και ο Άδωνις ο Γεωργιάδης, εξηγώντας πως «μια παρατεταμένη ακυβερνησία είναι και εθνικά επικίνδυνη». Υπογραμμίζοντας ακόμη πως «αν δεν έχουμε αυτοδυναμία και δεν μπορεί να γίνει κυβέρνηση και μείνουμε ακυβέρνητοι, θα κινδυνεύσει η χώρα. Η Τουρκία πάντα προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την πολιτική αστάθεια στην Ελλάδα».
Δεν είναι η πρώτη – και σίγουρα δεν ήταν η τελευταία – φορά που η Δεξιά, εργαλειοποιεί την εξωτερική πολιτική. Και δεν είναι η πρώτη φορά – και σίγουρα δεν θα είναι η τελευταία – που το κάνει για προεκλογικούς λόγους και ειδικά τώρα. Σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία ο κόσμος βράζει (και αλλάζει), με τα καυτά πολεμικά μέτωπα σε Μέση Ανατολή και Ουκρανία, όχι να παραμένουν, αλλά να διατηρούνται ανοιχτά.
Το «από ποιους;» και το «γιατί;», σκεφτείτε το.
Χθες όμως, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μιλώντας σε δημοσιογράφους στην Νέα Υόρκη ανέφερε μεταξύ άλλων ότι η Τουρκία είναι γείτονας και σύμμαχος στο ΝΑΤΟ και όχι εχθρός της Ελλάδας. Ενώ υπογράμμισε πως οι διμερείς σχέσεις είναι πολύ σημαντικές για να γίνουν προεκλογικό υλικό και πως η Άγκυρα δεν αναμειγνύεται στην εσωτερική πολιτική της Αθήνας.
«Και τώρα τι θα γενούμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις», όπως έγραφε και ο Κ.Π. Καβάφης στο αριστουργηματικό του ποίημα. Γιατί όντως, στον δρόμο προς τις κάλπες, «ήσαν μια κάποια λύσις». Για την συσπείρωση της βάσης της Νέας Δημοκρατίας η οποία τσινάει με τα καμώματα του Μητσοτάκη.
Έγινε όμως ξαφνικά καλός και φιλήσυχος γείτονας ο πρόεδρος της Τουρκίας; Ξύπνησε ξαφνικά μια μέρα η Άγκυρα και είπε «θα σέβομαι τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου και θα κινούμαι βάσει αυτών στην διεθνή σκηνή»; Μπα!
Η αιφνίδια τακτική ρητορικής αποκλιμάκωσης του Ερντογάν σαφώς και δεν συνιστά στρατηγική μεταστροφή, αλλά ακόμη μια κίνηση υψηλής γεωπολιτικής σκοπιμότητας. Αποτελεί όμως και κίνηση τακτικού ρεαλισμού, η οποία υπαγορεύεται από την ανάγκη της Άγκυρας να εμφανιστεί ως ένας υπεύθυνος, σταθεροποιητικός παράγοντας στην ευρύτερη περιοχή, εν μέσω των ανοιχτών πολεμικών μετώπων, αλλά και των εξοπλιστικών παζαριών που συνεχίζει με την Ουάσιγκτον του Ντόναλντ Τραμπ.
Εκμεταλλευόμενος-συνυπολογίζοντας λοιπόν, με όρους διπλωματικού… τζούντο και την προεκλογική συνθήκη που επικρατεί στην Ελλάδα, ο Τούρκος πρόεδρος επιχείρησε να αντιστρέψει την πίεση που του ασκεί η διαχρονικά δικαιολογημένη κριτική της Αθήνας για μία σειρά από ζητήματα που αφορούν στο Αιγαίο, στην ανατολική Μεσόγειο στην Κύπρος κ.α. Με σκοπό σαφώς να την μετακυλίσει, επιχειρώντας να αφαιρέσει από την Ελλάδα το διπλωματικό πλεονέκτημα του «αμυνόμενου» και προκαταβολικά αν χρειαστεί, να της χρεώσει τυχόν μελλοντικά «αδιέξοδα».
Και θα αναρωτηθεί κανείς: Τότε «καλά δεν θα έλεγαν ο Φλωρίδης και ο Γεωργιάδης;». Προφανώς και δεν τα έλεγαν «καλά», καθώς η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιμένει παρόλα αυτά να αντιλαμβάνεται την εξωτερική πολιτική ως πολιτικό-προεκλογικό εργαλείο.
Την ώρα που η Άγκυρα εφαρμόζει λοιπόν μια στρατηγική τακτικού ρεαλισμού, επιλέγοντας μια προσωρινή ρητορική αποκλιμάκωσης για να εξυπηρετήσει τη δική της ευρύτερη ατζέντα με τη Δύση, η Αθήνα επιμένει να εγκλωβίζεται σε μια εξωτερική πολιτική που θυμίζει περισσότερο διπλωματικό ετεροπροσδιορισμό, παρά αυτόνομη στρατηγική. Και η προβληματική επιλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη να επενδύει τυφλά σε «συμμαχίες εξάρτησης» αντί σε συμμαχίες ισοτίμων εταίρων, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην πλήρη «αξονοποίηση» της ελληνικής διπλωματίας, με την χώρα να μετατρέπεται σε ένα αναλώσιμο, αλλά και εκτεθειμένο στις διεθνείς εξελίξεις, εξάρτημα του αμερικανοϊσραηλινού άξονα.
Η επιβεβαίωση αυτής της διολίσθησης επισφραγίστηκε με τον πιο θλιβερό τρόπο στο περιθώριο της Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Εκεί όπου η ελληνική πλευρά επένδυσε διπλωματικά και επικοινωνιακά στη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου. Στην συνάντηση με τον «σύμμαχο» μεν, αλλά και πρώτο στην Ιστορία εν ενεργεία καταζητούμενο ηγέτη που κατέληξε να μιλάει σε μια σχεδόν άδεια αίθουσα από το βήμα του ΟΗΕ, την ίδια στιγμή που σε βάρος του υπάρχει ενεργό ένταλμα σύλληψης από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο με την κατηγορία της διάπραξης εγκλημάτων πολέμου και εγκλήματων κατά της Ανθρωπότητας.
Αν τώρα αυτή είναι η απόδειξη ότι η εξωτερική μας πολιτική κινείται σε «υψηλό επίπεδο» και ότι «η Ελλάδα πρωταγωνιστεί ξανά», τότε οι λέξεις έχουν χάσει εντελώς το νόημά τους.
Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο η απομόνωση στην οποία σύρεται η χώρα, αλλά η βαθιά, ουσιαστική αντίφαση που ακυρώνει το κυριότερο διπλωματικό μας όπλο. Η Αθήνα –και πολύ σωστά πράττει– επικαλείται σταθερά το Διεθνές Δίκαιο και τα ψηφίσματα του ΟΗΕ για να καταδικάσει την τουρκική κατοχή στην Κύπρο και τον αναθεωρητισμό της Άγκυρας. Πώς είναι δυνατόν, όμως, να επικαλείσαι το Διεθνές Δίκαιο à la carte; Πώς μπορείς να ζητάς την εφαρμογή του στο Αιγαίο και την Κύπρο, όταν την ίδια ώρα συναγελάζεσαι διπλωματικά και στηρίζεις τυφλά έναν ηγέτη που καταπατά κάθε έννοια Διεθνούς Δικαίου, ισοπεδώνοντας τη Γάζα και οδηγώντας τη Μέση Ανατολή στο χείλος του γκρεμού;
Αυτός ο ετεροβαρής εναγκαλισμός, εν γνώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη, στερεί από την Ελλάδα το ηθικό και νομικό πλεονέκτημα του «αμυνόμενου» που με κόπο έχτισε επί δεκαετίες. Κι όταν επιλέγεις να μετατρέψεις (ή να καταντήσεις) την εξωτερική πολιτική της χώρας σε διπλωματική και αμυντική προέκταση ξένων επιδιώξεων, το μόνο που καταφέρνεις είναι να γίνεσαι συνένοχος σε ξένα αδιέξοδα. Την ώρα μάλιστα που οι πραγματικές απειλές στη γειτονιά σου παραμένουν ενεργές, περιμένοντας απλώς την κατάλληλη συγκυρία.
Δεν υπάρχουν σχόλια