Η βία των χορτάτων
19/10/2026
Του Γιώργου Τραπεζιώτη
- Κάθε φορά που ένας λαός ξεσηκώνεται – όπως συμβαίνει αυτές τις μέρες στη Γαλλία, στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στην Ιταλία, στο Βέλγιο και στην Αλβανία – το μιντιακό κονκλάβιο της συστημικής ορθότητας, παίζει ξανά και ξανά την ίδια «κασέτα». Τίτλοι όπως «χάος στους δρόμους της τάδε πρωτεύουσας», «λεηλασίες και άγρια επεισόδια στη δείνα πρωτεύουσα» κυριαρχούν, ενώ… συμπερασματικά καταλήγουν στο ότι η «βία σαρώνει την Ευρώπη». Μόνο που όμως δεν είναι η «βία» αυτή που σαρώνει την Ευρώπη, αλλά η φτώχεια των ήδη φτωχών, αλλά και η φτωχοποίηση που απειλεί και τους υπόλοιπους που ήδη βρίσκονται σε οριακό σημείο, να φτάσουν στο «τελικό στάδιο».
Λένε επίσης, συνηθίζουν να λένε πως «εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι πλημμύρισαν τους δρόμους, αλλά οι πορείες αμαυρώθηκαν από επεισόδια». Η λέξη-κλειδί εδώ; Το «αμαυρώθηκαν». Οι αυτόκλητοι προστάτες της δημόσιας αισθητικής σοκάρονται περισσότερο από μια σπασμένη βιτρίνα ή από έναν κάδο απορριμάτων που καίγεται, παρά από τον εργαζόμενο που δουλεύει «7 στα 7» ή από τις οικογένειες που δεν βγάζουν τον μήνα. Για τη βιτρίνα αναρωτιούνται «ποιος θα την πληρώσει;», για τον κάδο «είναι τώρα εικόνα αυτή;», ενώ για τον εργαζόμενο και τις οικογένειες, αν κάποιος διανοηθεί πολιτικά να πει «θέλουμε να αλλάξουμε το πλαίσιο, δίνοντάς τους αυτά κι αυτά» αμέσως ουρλιάζουν «στείλτε τον στην… γκιλοτίνα!». Και τραβάνε το σχοινί, ώσπου η λεπίδα των κοστολογημένων μέτρων και της οικονομικής ευταξίας να κόψει το κεφάλι όποιου τολμά να προτείνει κάτι διαφορετικό.
Τι περίμεναν άραγε όμως όλοι αυτοί;
Εκατομμύρια ανθρώπους να μοιράζουν τριαντάφυλλα και να ψάλλουν «ωσαννά» στη δημοσιονομική πειθαρχία; Αν θέλουν εντούτοις να μιλήσουμε με όρους «αμαύρωσης», ας μιλήσουμε. Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές είναι αυτές που αμαύρωσαν τις ζωές εκατομμυρίων πολιτών πολύ πριν λαμπαδιάσει ο πρώτος κάδος σκουπιδιών, στο Παρίσι. Αμαυρώθηκαν ήδη εδώ και χρόνια επίσης οι ζωές όσων βλέπουν τα όρια συνταξιοδότησης να εκτινάσσονται και μεγαλώνουν κι άλλο κι άλλο κυνηγώντας τελικά μια γραμμή τερματισμού στον εργασιακό βίο, που κάποιοι φροντίζουν να την τραβάνε όλο και πιο μακριά. Αμαυρώθηκε ήδη η νέα γενιά που κατάντησε καμένη και χαμένη εν τη γενέσει της, στην εργασιακή περιπλάνηση της ημιαπασχόλησης, στα υποκατώτατα «σεζονικά» μεροκάματα, αναζητώντας σπίτια που δεν υπάρχουν γιατί έγιναν τουριστική στέγη ή που εάν υπάρχουν οικονομικά είναι απλησίαστα. Αμαυρώθηκαν οι ζωές ολόκληρων κοινωνιών, κοινωνίες γονάτισαν και συνετρίβησαν, βλέποντας τη δημόσια υγεία, την παιδεία και το κοινωνικό κράτος να ξηλώνονται πόντο-πόντο.
Αυτή η δομική, γραβατοφορεμένη, κοστουμαρισμένη βία, της μειονότητας των χορτάτων μέχρι σκασμού, είναι που ξεσπιτώνει και φτωχοποιεί. Και αμαυρώνει.
Το 1970 ο Χάουαρντ Ζιν υπενθύμιζε ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η πολιτική ανυπακοή, αλλά η τυφλή υπακοή. Σχεδόν 56 χρόνια μετά, αυτή ακριβώς η «υπακοή» σε πολιτικές λιτότητας που βαφτίστηκαν «μεταρρυθμίσεις» οδήγησε (ήταν μαθηματικά βέβαιο πως θα οδηγήσει) στην κοινωνική έκρηξη. Αφού πρώτα, μέσα σε όλη αυτή τη διαδρομή χρεοκόπησε τις λεγόμενες και «παραδοσιακές» πολιτικές δυνάμεις που τις υπηρέτησαν για να γοητεύσουν τμήματα του εκλογικού σώματος.
Πλέον όμως ο βασιλιάς είναι γυμνός και τσίτσιδος πια, απέμεινε να εκπροσωπεί μόνο την αυταρχική επικυριαρχία μιας αποκομμένης ελίτ. Το σαββατοκύριακο κι ενώ η Γαλλία «φλεγόταν» όπως μας λέγανε τα «σοβαρά ΜΜΕ», έξι μήνες πριν τις προεδρικές εκλογές, ο Μακρόν διαπίστωνε διαγγελματικά πως πίσω από τις κινητοποιήσεις βρίσκονται «εξεγερτικά στοιχεία από ριζοσπαστικές ακροαριστερές ομάδες, μαζί με πολυάριθμους εγκληματίες». Είπε κι ένα «η βία δεν έχει θέση στη δημοκρατία μας», γιατί σε αυτές τις περιπτώσεις λέγονται τέτοια, γιατί δική του είναι η δημοκρατία και ό,τι θέλει την κάνει.
Την «ακροαριστερά» κατηγόρησε όμως και η… σεπτή Μαντόνα της γαλλικής Ακροδεξιάς, η Μαρίν Λεπέν, καταδικασμένη στην υπόθεση υπεξαίρεσης ευρωπαϊκών κονδυλίων, στην οποία επιβλήθηκε, μεταξύ άλλων, ποινή κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση. Η ίδια υποστήριξε ότι η Αριστερά είναι αυτή που κρατά όμηρα τα κοινωνικά αιτήματα και περιέγραψε μια «εξουσία Μακρόν εξαντλημένη και ανίκανη».
Η ίδια πολιτική «κασέτα», μαζί με την άλλη την μιντιακή, παίζει βέβαια και στην Ελλάδα. Ο Άδωνις Γεωργιάδης απέδωσε τα γεγονότα σε «σύμμειξη μεταναστών με ακροαριστερούς» που «καταστρέφουν» τη Γαλλία και προειδοποίησε όσους «εδώ επενδύουν στην πολιτική αστάθεια». Ήδη δε, αρκετοί σήμερα ανοίγουν, δήθεν ανήσυχοι, συζητήσεις περί του «ποιοι θέλουν να γίνει Παρίσι, η Αθήνα». Με τη στόχευση να είναι σαφής βέβαια. Μέχρι και ο συνήθως μετριοπαθέστερος του Αδώνιδος όμως, Στέλιος Πέτσας, μας κάλεσε χθες να «υπερασπιστούμε τον δυτικό πολιτισμό χωρίς υπεκφυγές». Το αφήγημα είναι γνώριμο – και τραμπικό (γιατί και ο Τραμπ αυτά είπε το σαββατοκύριακο). Φταίνε η αριστερά και οι μετανάστες λοιπόν, απειλείται ο δυτικός τρόπος ζωής μας. Ακριβώς το ίδιο αφήγημα που τρέφει την ακροδεξιά. Μάλλον… τυχαίο θα ‘ναι.
Η Ιστορία των κοινωνικών αγώνων που στοχεύουν στην κοινωνική δικαιοσύνη, μέσα σε συνθήκες ζόφου, σαν αυτές που βιώνει ολόκληρη η Ευρώπη, δεν γράφεται με τριαντάφυλλα, ούτε με εκκλήσεις για «ευπρεπή συμπεριφορά» προς όσους βλέπουν τη ζωή τους να συνθλίβεται. Η κατανόηση έστω λοιπόν της κοινωνικής οργής – που είναι και το ελάχιστο που μπορεί να κάνει έντιμα ο μέσος παρατηρητής των γεγονότων από την χώρα μας – δεν σημαίνει αποδοχή των πράξεων βίας, όπως και η καταδίκη των επεισοδίων δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για την αποσιώπηση των αιτιών που γεννούν την απολύτως δικαιολογημένη κοινωνική οργή.
Αν κάτι λοιπόν «αμαυρώνει» σήμερα την Ευρώπη, δεν είναι τα επεισόδια ή τα «μπάχαλα» όπως λένε, είτε στο Παρίσι, είτε στο Μιλάνο, είτε στη Λισαβόνα, είτε στις Βρυξέλλες και στα Τίρανα. Είναι οι πολιτικές και οικονομικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν από τις επιλογές που έκαναν όλα τα προηγούμενα χρόνια – με την ανοχή πολλές φορές των λαών – η Δεξιά και το συνένοχο πολιτικό «Κέντρο». Επιλογές που αναπαράγουν την ανασφάλεια, εντείνουν τη φτώχεια, διευρύνουν κι άλλο την ψαλίδα των ανισοτήτων και ταυτόχρονα – τόσο οι ίδιοι μηχανισμοί, όσο και τα σύγχρονα μετα-πολιτικά ή αντιπολιτικά τους παραφερνάλια – πλασάρουν κι αφηγήματα απουσίας, έλλειψης διεξόδου από αυτές.
Οι δρόμοι του Παρισιού δεν δημιουργούν καμία κρίση λοιπόν. Απλώς κάνουν απολύτως ορατή, την παρούσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια