Τσίπρας όπως Μαμντάνι; Όχι ακριβώς.
του Γιώργου Τραπεζιώτη
- Αξίζει να αναζητήσετε και να αφιερώσετε λίγο χρόνο για να διαβάσετε στο Jacobin το πρόσφατο άρθρο, The Dilemmas of Socialist Governance of a Capitalist State (μτφ. «Τα διλήμματα της σοσιαλιστικής διακυβέρνησης ενός καπιταλιστικού κράτους»), του Μαξ Έλμπαουμ, ενός από τους παλαιότερους διανοούμενους της αμερικανικής ριζοσπαστικής Αριστεράς. Ένα άρθρο που γράφτηκε με φόντο την «εμπειρία Μαμντάνι» στη Νέα Υόρκη, αλλά στην πραγματικότητα περιγράφει ένα ευρύτερο και εξαιρετικά επίκαιρο πολιτικό ζήτημα.
«Οι σοσιαλιστές δεν βρίσκονται ούτε κατά διάνοια κοντά στη δύναμη που απαιτείται για να υπερβούν τον καπιταλισμό. Είναι όμως πλέον μια δύναμη που πρέπει να υπολογίζεται στη μαζική πολιτική. Και αυτή η ευκαιρία απαιτεί να αναμετρηθούν με τις προκλήσεις της διακυβέρνησης μέσα στον καπιταλισμό, αντί να καταφεύγουν στα παλιά δόγματα», σημειώνει, μεταξύ άλλων, ο Έλμπαουμ.
Η τελευταία φράση είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα, για τον απλό λόγο ότι μεταφέρει, προσγειώνει τη συζήτηση από την ασφάλεια της θεωρίας, στην πράξη. Τι κάνει λοιπόν η Αριστερά όταν δεν έχει τη δύναμη να ανατρέψει – κατά τας Γραφάς – τον καπιταλισμό, αλλά διαθέτει όμως πλέον αρκετή δύναμη ώστε να διεκδικεί την εξουσία, να κερδίζει εκλογές και να καλείται να κυβερνήσει; Αυτό είναι και το πραγματικό ερώτημα που τίθεται πίσω από την «περίπτωση Μαμντάνι». Και, με όλες τις προφανείς διαφορές που υπάρχουν, είναι ένα ερώτημα που αφορά πλέον και την Ελλάδα.
Και κάπου εδώ η αμερικανική περίπτωση, συναντά την ελληνική και τον Αλέξη Τσίπρα. Όχι, ο Τσίπρας δεν είναι ο «Έλληνας Μαμντάνι». Οι πολιτικές τους διαδρομές άλλωστε, είναι εντελώς διαφορετικές. Με έναν τρόπο, ο Μαμντάνι εκπροσωπεί και εκφράζει στη Νέα Υόρκη την νέα γενιά της αμερικανικής Αριστεράς κι επιχείρησε (και πέτυχε) να μετατρέψει την κοινωνική οργάνωση, σε εκλογική και τοπική κυβερνητική δύναμη. Έχοντας καταγράψει ήδη νίκες υπέρ των πολλών, αλλού σε μεγαλύτερο κι αλλού σε μικρότερο βαθμό. Έχοντας σημειώσει όμως και ήττες, αλλά συνεχίζοντας να δίνει την πολιτική μάχη. Επίμονα και παρά το πολιτικό κόστος που έτσι κι αλλιώς πρέπει να συνυπολογίζεται στην «εξίσωση».
Αντίθετα, ο Τσίπρας έχει ήδη περάσει από αυτή τη δοκιμασία. Έχει κυβερνήσει. Έχει συγκρουστεί με τους περιορισμούς της εξουσίας. Αλλού υποχρεώθηκε να συμβιβαστεί και αλλού κατάφερε να επικρατήσει. Πέτυχε νίκες, αλλά υπέστη και ήττες. Και ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο η πολιτική του επιστροφή έχει, αλλά κι έλκει το ενδιαφέρον – των φίλων, όπως βεβαίως κι εκείνο των… άσπονδων φίλων και κυρίως των πολιτικών του εχθρών.
Το τί θα πετύχει στην Νέα Υόρκη ο Μαμντάνι, μένει να αποδειχθεί και θα αποτιμηθεί όταν ολοκληρωθεί η θητεία του. Στην περίπτωση του Τσίπρα όμως, τίθεται διαφορετικά το ερώτημα. Μπορεί ένας πολιτικός με αριστερές πολιτικές ρίζες που έχει ήδη κυβερνήσει μια χώρα, να επιστρέψει στην κοινωνία διεκδικώντας την ψήφο της μέσα σε συνθήκες πολιτικής και οικονομικής δυστοπίας; Μπορεί να επιστρέψει στα πράγματα, έχοντας μετατρέψει την εμπειρία της εξουσίας σε πολιτική γνώση; Και μπορεί αυτή την πολιτική γνώση να τη μετουσιώσει σε ένα νέο σχέδιο, όχι απλώς σε σχέδιο «πολιτικής αλλαγής», αλλά σε σχέδιο «αλλαγής πολιτικής»;
Αυτό παραμένει και το μέγα στοίχημα για τον Τσίπρα κατ’ επέκταση και για την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ). Γιατί η εμπειρία της διακυβέρνησης, σαφώς και δεν αποτελεί από μόνη της «πολιτικό προσόν», ούτε αρκεί. Η αξία της βρίσκεται στο τί μαθαίνει κανείς από αυτήν, στο εάν αντιλαμβάνεται το πού οριοθετούνται οι πραγματικοί περιορισμοί της εξουσίας, στο πού υπάρχουν περιθώρια σύγκρουσης, στο πού απαιτούνται συμβιβασμοί και, κυρίως, στο ποιοι συμβιβασμοί υπηρετούν τελικά τον πολιτικό στόχο και ποιοι κινδυνεύουν να τον ακυρώσουν.
Κι αν αυτό είναι το μέγα στοίχημα, εδώ είναι και η… παγίδα, όχι για τον Τσίπρα, αλλά για τους υπόλοιπους. Στον αντίποδα να υιοθετηθεί και να ριζώσει στον δημόσιο διάλογο, κατ’ επέκταση και στην κοινωνία-εκλογικό σώμα, το βολικότατο (κυρίως για την Δεξιά κατ΄επέκταση και για την ακροδεξιά) αφήγημα, πως όλα τα παραπάνω αποτελούν απλώς νερό στο κρασί μιας κάποιας ιδεολογικά «καθάριας», πλην όμως φαντασιακής Αριστεράς. Με αποτέλεσμα στη συνέχεια να τίθενται διαρκώς διάφορα παρελκυστικά και συνήθως στηριγμένα επάνω σε κραυγαλέα ψεύδη ερωτήματα, που όμως δεν κάνουν τίποτε άλλο τελικά από το να ποτίζουν διαρκώς (με το ίδιο νερό) τον κήπο της αντιπολιτικής. Ερωτήματα του στυλ «είναι αυτό» ή «είναι εκείνο» αριστερή πολιτική;
Μόνο που η διακυβέρνηση μιας χώρας, ειδικά σε αυτές τις συνθήκες, «σε συνθήκες καπιταλισμού, δεν αποτελεί ούτε περίπατο στο δάσος, ούτε είναι κάποιο θεωρητικό σεμινάριο περί «ωρίμανσης των συνθηκών».
Ο Έλμπαουμ υπογραμμίζει στο άρθρο του, κάτι εξαιρετικά πιο απαιτητικό. Το γεγονός ότι ως χώρος, η Αριστερά πρέπει να εγκαταλείψει την αυταπάτη πως μπορεί να αποφύγει τις αντιφάσεις της διακυβέρνησης, καταφεύγοντας διαρκώς στη δογματική της ασφάλεια. Και δίχως αυτό όμως να σημαίνει ότι κάθε συμβιβασμός είναι αποδεκτός, επειδή επιβάλλεται από την πραγματικότητα.
Μπορεί λοιπόν μια αριστερή, προοδευτική κυβέρνηση να αναγνωρίζει τους περιορισμούς της χωρίς να τους μετατρέπει σε άλλοθι για την εγκατάλειψη των στόχων της; Να γνωρίζει συγχρόνως πού μπορεί να υποχωρήσει, αλλά και πού οφείλει να συγκρουστεί; Σαφώς και η κυβερνητική εξουσία με αριστερό ή προοδευτικό πρόσημο, σε συνθήκες καπιταλισμού, δεν δημιουργεί και δεν πρέπει να τάζει ανέφικτους «σοσιαλιστικούς παραδείσους». Δεν μπορεί όμως να είναι και πολιτικά ουδέτερη για τον απλούστατο λόγο πως ιστορικά, όταν υπήρξαν τέτοια παραδείγματα, ποτέ δεν ήταν. Γιατί μια κυβέρνηση με «αριστερό πρόσημο», είναι εκείνη που μπορεί να αποφασίσει το πώς κατανέμεται δίκαια και υπέρ ποιών το βάρος του κόστους μιας οποιασδήποτε μορφής, κρίσης. Που γνωρίζει πώς μπορεί να ενισχύσει το κοινωνικό κράτος. Που ξέρει να διευρύνει τον χώρο των κοινωνικών δικαιωμάτων που έχουν συμπιεστεί. Τελικά έχει στο ίδιο το DNA της, να αλλάξει ουσιαστικά και προς το καλύτερο τις ζωές των ανθρώπων χωρίς απαραίτητα να χρειάζεται πρώτα να έχει ανατρέψει το οικονομικό σύστημα μέσα στο οποίο κυβερνά.
Κι αυτό δεν είναι λίγο.
Δεν είναι καθόλου λίγο ως χώρος να δείξεις (και ο κόσμος να αντιληφθεί) ότι κάθε βήμα διακυβέρνησης μπορεί διαρκώς να μετακινεί τους συσχετισμούς υπέρ της κοινωνικής πλειοψηφίας. Γιατί η πολιτική αλλαγή δεν κρίνεται τελικά ούτε από την «καθαρότητα», ούτε από την «αγιοσύνη» του υποψηφίου. Κι ας λένε ό,τι θέλουν οι κάθε λογής… ιεροεξεταστές που ειδικά τον καιρό αυτό πουλάνε με το κιλό (ή με το… σανό) κώδικες «ηθικής» και «μέτρα» κάθε είδους. Η πολιτική αλλαγή κρίνεται από το αν εκείνος που θα κερδίσει την εξουσία έχει δείξει και στο παρελθόν πως μπορεί, έχοντας πια επίγνωση των περιορισμών αλλά και των δυνατοτήτων της, να μετατρέψει την πολιτική γνώση σε πολιτική πράξη.
Και, τελικά, ξέρει – και κυρίως θέλει – πως μπορεί στο όνομα των πολλών, να αλλάξει την ακολουθούμενη πολιτική που τους καταδυναστεύει, εφαρμόζοντας το ζητούμενο. Την «αλλαγή πολιτικής».

Δεν υπάρχουν σχόλια