Οι μετρήσεις που είχαν γίνει το καλοκαίρι του 2019, αμέσως μετά τις εκλογές, είχαν δείξει ότι η – πολυσυζητημένη– συνέντευξη Τσίπρα στον Σκάι ήταν το εφαλτήριο που έκανε τον ΣΥΡΙΖΑ να ξεπεράσει το κρίσιμο ποσοστό του 30%. Είχε μετρηθεί τότε πως, μετά τη συνέντευξη, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε κερδίσει πάνω από 200.000 επιπλέον ψηφοφόρους, αριθμός που μεταφράζεται σε ένα ποσοστό 2% με 2,5%. Ηταν μια εξέλιξη που οι αναλυτές απέδωσαν στην πολύ καλή επίδοση Τσίπρα σε ένα εχθρικό περιβάλλον και σε συνθήκες μετωπικής αναμέτρησης, απέναντι δηλαδή σε πρόσωπα που παρέπεμπαν περισσότερο σε πολιτικούς αντιπάλους παρά σε δημοσιογράφους.

Το 2015 επίσης, καίτοι σε άλλες συνθήκες και με διαφορετικό αντίπαλο, οι δημοσκόποι είχαν μετρήσει καθαρή νίκη Τσίπρα στο ντιμπέιτ με τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη, παρ’ ότι στην γενική τους εικόνα οι έρευνες των περισσότερων εταιριών υποεκτιμούσαν ( στην καλύτερη περίπτωση) τον ΣΥΡΙΖΑ στην πρόθεση ψήφου. Ενδεικτικα, στην τότε δημοσκόπηση της Metron Analysis ο Αλέξης Τσίπρας εμφανιζόταν ως ο νικητής του ντιμπέιτ με ποσοστό 36% έναντι 32% του Βαγγέλη Μεϊμαράκη.

Αυτή και μόνον η προϊστορία είναι αρκετή για να εξηγήσει την επιμονή του Αλέξη Τσίπρα να ζητά και τώρα ντιμπέιτ «κορυφής» απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Στην Κουμουνδούρου ποντάρουν σταθερά στην πολιτική και επικοινωνιακή υπεροχή του προέδρου τους στις face to face αναμετρήσεις και συνεντεύξεις («χωρίς autocue, χωρίς χαρτιά και χωρίς σκονάκια», όπως λένε) και θεωρούν ότι η απ’ ευθείας σύγκρουση και σύγκριση με τον πρωθυπουργό θα έχει βέβαιο νικητή τον Αλέξη Τσίπρα. Δεν απορρίπτουν το ντιμπέιτ και με όλους τους πολιτικούς αρχηγούς υπό την προϋπόθεση όμως πως θα υπάρξει και δεύτερη αναμέτρηση μόνον μεταξύ των προέδρων ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ και λένε ότι το Μαξίμου κρύβεται πίσω από τις διαδικασίες και τις επικλήσεις της θεσμικότητας επειδή φοβάται την «ανεπάρκεια» Μητσοτάκη.

Παρ’ ότι δεν το λένε, ισχύει και το ότι είθισται εκείνος που είναι δεύτερος στις δημοσκοπήσεις να κυνηγά την ευκαιρία της απ’ ευθείας αντιπαράθεσης με τον πρώτο.

Στο Μαξίμου το σκεπτικό είναι το ακριβώς αντίθετο. Μια παλαιά αρχή της επικοινωνίας λέει πως όταν είσαι πρώτος δεν ρισκάρεις το λάθος σε μια αναμέτρηση με τον πρώτο, πόσο μάλλον αφού ο παίκτης σου δεν είναι δυνατός σε συνθήκες πίεσης. Η ρητή επίσης οδηγία του αμερικανού επικοινωνιολόγου του πρωθυπουργού, του Σταν Γκρίνμπεργκ, είναι να μην βγει ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε ευθεία και αποκλειστική αντιπαράθεση με τον Αλέξη Τσίπρα και αυτός είναι και ο βασικός λόγος που το ντιμπέιτ μεταξύ των δύο έχει ελάχιστες, έως ανύπαρκτες, πιθανότητες να γίνει.

Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης έστριψε κομψά όταν του προτάθηκε – στον Σκάι – να πάει στο κανάλι του Φαλήρου σε ντιμπέιτ με τον Αλέξη Τσίπρα και δήλωσε μεν «ανοιχτός» αλλά επικαλέστηκε το «θεσμικό πλαίσιο» που επιβάλει να μετέχουν στο ντιμπέιτ όλοι οι αρχηγοί. Το θέμα γείωσε ακόμη περισσότερο χθες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γιάννης Οικονόμου, υπέδειξε επίσης ως «θεσμική οδό» το ντιμπέιτ όλων των αρχηγών και κάπου εκεί αναμένεται να χαθεί και η προοπτική μιας τηλεοπτικής αναμέτρησης μεταξύ των δύο μετά τις 24 Απριλίου, όταν το θέμα θα τεθεί στην διακομματική επιτροπή που θα καθορίσει και τους όρους του προεκλογικού αγώνα .

Για την ιστορία πάντως, το πρώτο ντιμπέιτ «κορυφής» (με συμμετοχή των αρχηγών μόνον των δύο μεγαλύτερων κομμάτων)  είχε γίνει το 1996 ανάμεσα στον Κώστα Σημίτη και τον Μιλτιάδη Εβερτ, με το ΠΑΣΟΚ να κερδίζει στην συνέχεια τις εκλογές.

Ακολούθησαν τα ντιμπέιτ Σημίτη – Καραμανλή το 2000 και Κώστα Καραμανλή – Γιώργου Παπανδρέου το 2009 και αργότερα, το 2015, το ντιμπέιτ Μεϊμαράκη – Τσίπρα. Ενδιαμέσως ο Αντώνης Σαμαράς είχε αποφύγει οποιοδήποτε ντιμπέιτ προτιμώντας προσωπικές συνεντεύξεις σε κατ’ εξοχήν προστατευμένο περιβάλλον και την παράδοσή του δείχνει να συνεχίζει τώρα και ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

tvxs.gr