Αλέξης Χαρίτσης / Τραμπισμός, κλιματική κρίση, ακρίβεια και ανισότητες
Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους, χωρίς να συμπίπτουν κατ' ανάγκη με την άποψη του Tvxs.gr
Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ –ο οποίος ουσιαστικά αρνείται την ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή– στην προεδρία των ΗΠΑ σηματοδοτεί μια νέα φάση της διεθνούς Δεξιάς:
ακόμα και αν δεν αρνείται επίσημα και ρητά την ύπαρξη της κλιματικής αλλαγής, αρνείται το επείγον της, αρνείται τις δεσμευτικές προθεσμίες που προέκυπταν από την Συμφωνία του Παρισιού — όπως οι στόχοι για μη άνοδο της θερμοκρασίας άνω του 1,5 °C σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα και η απάνθρακοποίηση μέχρι το 2050 — και κυρίως αρνείται την ανάγκη να θιγούν τα συμφέροντα των μεγάλων εταιρειών ορυκτών καυσίμων.
Εν ολίγοις, είμαστε στη φάση που οι πολιτικές και οικονομικές αντιστάσεις (κυρίως από ισχυρά κράτη και εταιρικά συμφέροντα), μετατοπίζουν την κλιματική δράση από τον κατεπείγοντα και δεσμευτικό περιορισμό των εκπομπών σε μια πιο χαλαρή, προαιρετική λογική.
Αυτό αντικατοπτρίζει και η απόφαση της COP30 η οποία έρχεται και σε μια συμβολική στιγμή, 10 χρόνια από τη Συμφωνία του Παρισιού.
Η COP30 είχε χαρακτηριστεί ως «η COP της εφαρμογής» (the COP of implementation).
Δηλαδή, η μετάβαση από τη διαπραγμάτευση σε πράξη.
Δεν ήταν, γιατί:
- δεν υπήρξε δεσμευτικό σχέδιο για έξοδο από τα ορυκτά καύσιμα,
- η χρηματοδότηση παραμένει ανεπαρκής,
- τα Εθνικά Σχέδια των χωρών για τον στόχο του 1,5C ήταν κατώτερα των απαιτήσεων
- δεν έφερνε τη φύση και το σύμπλεγμα τροφή-νερό –όχι μόνο την ενέργεια– στο επίκεντρο των συζητήσεων και των δεσμεύσεων.
Εν ολίγοις, η απόφαση της COP30 δυστυχώς δεν εκπλήσσει. Γιατί είναι ακριβώς το αποτέλεσμα των σημερινών πολιτικών συσχετισμών. Είναι η σύμπλευση της Δεξιάς με την Μαύρη Διεθνή του Τραμπισμού που οδηγεί σε οπισθοχώρηση από τις περιβαλλοντικές δεσμεύσεις και την επείγουσα αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης.
ΕΕ: από τη φιλόδοξη στοχοθεσία στη διαρκή αναβολή
Πριν τις ευρωεκλογές του 2024, θα λέγαμε ότι το επίδικο ήταν πώς η ενεργειακή μετάβαση θα ήταν δίκαιη και δεν θα άφηνε κανέναν πίσω.
Μετά τις ευρωεκλογές και μετά την εκλογή Τραμπ, δεν είμαστε πια εκεί.
Όχι τόσο σε επίπεδο ρητορικής όσο σε επίπεδο πράξης.
Στην ΕΕ, έχει υιοθετηθεί η τακτική της μετάθεσης των περιβαλλοντικών κανόνων και δεσμεύσεων.
Ενδεικτικά παραδείγματα:
- Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκρινε πρόταση να μετατεθεί η ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού ότι προϊόντα που πωλούνται ή εισάγονται στη Ευρωπαϊκή Ένωση δεν προέρχονται από αποψίλωση ή υποβάθμιση δασών.
- Πρόσφατα, με σύμπραξη Λαϊκού Κόμματος και Ακροδεξιάς, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε να περιοριστούν οι κανόνες που υποχρεώνουν τις εταιρείες να αποκαλύπτουν τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές τους επιπτώσεις και να ελέγχουν τους προμηθευτές τους.
- Η Επιτροπή πάγωσε την Οδηγία για το greenwashing (Green Claims) που στοχεύει να περιορίσει τις ψευδείς ή ατεκμηρίωτες περιβαλλοντικές δηλώσεις των εταιρειών.
Εν ολίγοις: Ο συνδυασμός καθυστερήσεων, «απλοποιήσεων» και αποσύρσεων/υποχωρήσεων σημαίνει οπισθοχώρηση στην εφαρμογή των δεσμεύσεων του Green Deal.
Πράσινη πολεμική βιομηχανία;
Το νέο μεγάλο γεωπολιτικό αφήγημα
(πόλεμος – κίνδυνος από Ρωσία – στροφή στην πολεμική οικονομία)
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει χτίσει επί χρόνια ένα περίτεχνο πλαίσιο για τις λεγόμενες «βιώσιμες επενδύσεις». Ένα είδος «ηθικής πυξίδας», που θα κατεύθυνε το ευρωπαϊκό χρήμα σε πράσινες, κοινωνικά δίκαιες και υπεύθυνες δραστηριότητες.
Όμως, την ίδια στιγμή κάνει μια εντελώς διαφορετική στροφή στην πράξη:
υιοθετεί μια μαζική ενίσχυση της πολεμικής βιομηχανίας και ανοίγει συζήτηση για το αν η άμυνα μπορεί – ή πρέπει – να χαρακτηριστεί «βιώσιμη επένδυση».
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη κοροϊδία.
Η παραγωγή όπλων δεν πληροί προφανώς τα κριτήρια για να θεωρηθεί βιώσιμη επένδυση.
Το θέμα όμως για την ευρωπαϊκή ελίτ είναι πώς θα γίνει να φαίνεται βιώσιμη, ώστε αφενός να νομιμοποιηθεί πολιτικά και αφετέρου να προσελκύσει κεφάλαια και από τα «πράσινα» και «υπεύθυνα» χρηματοοικονομικά προϊόντα.
Και εδώ η διάσταση του dual-use (διπλής χρήσης) που προωθείται –δηλαδή ότι τεχνολογίες ή προϊόντα μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για πολιτικούς σκοπούς και για στρατιωτικούς σκοπούς—είναι το σημείο όπου η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθεί να «χωρέσει» κομμάτια της άμυνας ως βιώσιμα ή ουδέτερα.
Ελλάδα και ενεργειακή μετάβαση
Η Ελλάδα καταγράφει μεν σημαντική πρόοδο σε απεξάρτηση από λιγνίτη στην ηλεκτροπαραγωγή και ΑΠΕ.
Αλλά:
- Η εξάρτηση από φυσικό αέριο παραμένει πολύ υψηλή (θέρμανση και βιομηχανία)
- Οι επιδοτήσεις στα ορυκτά καύσιμα παραμένουν και δεν υπάρχει σχέδιο κατάργησης έως το 2030
- Η χώρα λειτουργεί ως κόμβος διύλισης και εξαγωγής πετρελαϊκών προϊόντων
- Η δυναμική και η ποιότητα του δικτύου ηλεκτρισμού κρατούν πίσω την ανάπτυξη των ΑΠΕ
- Οι μεταφορές βασίζονται αποκλειστικά στο πετρέλαιο
- Ο σιδηρόδρομος βρίσκεται υπό πλήρη διάλυση
Αυτοί είναι οι λόγοι που η επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας το 2050 δεν είναι εφικτή και η συνολική κλιματική πολιτική είναι ανεπαρκής.
Με βάση τον Δείκτη Απόδοσης στην Κλιματική Αλλαγή 2026, που παρουσιάστηκε στη σύνοδο COP30 η Ελλάδα βρίσκεται στην 30ή (πτωτικά κατά 8 θέσεις) μεταξύ 63 χωρών.
Κυβερνητικές επιλογές (4 παραδείγματα)
Ο Κ. Μητσοτάκης ξεκίνησε την θητεία του το 2019 με την ομιλία στη Νέα Υόρκη (ΟΗΕ) όπου επιχείρησε να φιλοτεχνήσει ένα φιλο-περιβαλλοντικό προφίλ για τον ίδιο και την κυβέρνησή του.
Η πραγματικότητα όμως ήταν τελείως διαφορετική, οδυνηρή για το περιβάλλον και το κλίμα.
Και έχει φτάσει πλέον στο σημείο, επιζητώντας λίγα ψίχουλα τραμπικής πολιτικής στήριξης, να εφαρμόζει τις πιο αντιδραστικές, αντιπεριβαλλοντικές πολιτικές στην Ευρώπη.
- Η κυβέρνηση επιλέγει την περαιτέρω εξάρτηση από το φυσικό αέριο.
Σημειωτέον ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην 5η χειρότερη θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ-27 στην κατανάλωση αερίου, με αυξητικά μάλιστα ποσοστά μέσα στο 2025.
Εγκλωβιζόμαστε σε ένα ενεργειακό μοντέλο όπου το φυσικό αέριο λειτουργεί ως βασικός και ακριβός διαμορφωτής τιμών.
Η κυβέρνηση, αντί να μειώσει την εξάρτηση, την ενισχύει με νέες υποδομές αερίου, συμφωνίες για περισσότερο LNG και ενεργοποιεί συμβάσεις για εξορύξεις υδρογονανθράκων που δεν έχουν οικονομική βιωσιμότητα σε ένα διεθνές περιβάλλον απομάκρυνσης από τα ορυκτά καύσιμα.
Η πολιτική αυτή (που δεν είναι τυχαία – εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα προφανώς) κρατά τη χώρα ευάλωτη στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών, εγκλωβίζει τα νοικοκυριά σε υψηλό ενεργειακό κόστος και βαθαίνει την ενεργειακή ανασφάλεια.
Η ενεργειακή διπλωματία αναβαθμίζεται σε κύρια παράμετρος της εξωτερικής πολιτικής.
Όμως η κυβέρνηση αρνείται την πολυδιάστατη διπλωματία και επιλέγει την ευθυγράμμιση με τις προτεραιότητες των «τραμπικών» ΗΠΑ και των λόμπι των ορυκτών καυσίμων.
Οι συναντήσεις, οι συμφωνίες και οι δημόσιες τοποθετήσεις της κυβέρνησης επιβεβαιώνουν τη στοχευμένη πρόσδεση της Ελλάδας σε μια μονομερή ατζέντα ορυκτών καυσίμων, η οποία μεταφέρεται αυτούσια από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη.
Η χώρα επιδιώκει να γίνει η «πύλη» εισόδου του αμερικανικού LNG θεωρώντας ότι διασφαλίζεται γεωπολιτικά.
Τελικά όμως εντάσσεται έτσι σε ευρύτερους ενεργειακούς και γεωπολιτικούς σχεδιασμούς που εξυπηρετούν κυρίως αμερικανικά εταιρικά συμφέροντα, βαθαίνοντας την ενεργειακή εξάρτηση.
- Εστίαση στην τεχνολογία δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα (CCS) που αντιβαίνει στην απανθρακοποίηση.
Μόλις ολοκληρώθηκε η διαβούλευση για τελική αποθήκευση CO2 σε υπόγεια αποθέματα εν προκειμένω σε παλιά πετρελαϊκά «πηγάδια» του Πρίνου.
- Η Ελλάδα (μαζί με την Κύπρο) αποχώρησε από την ενιαία θέση της Ευρωπαϊκή Ένωσης, για μείωση των εκπομπών στην ναυτιλία. Πρόκειται για σαφή στήριξη συμφερόντων συγκεκριμένων ελλήνων εφοπλιστών.
- Καθυστερήσεις στην ανάπτυξη υποδομών όπως τα δίκτυα και οι μονάδες αποθήκευσης που είναι απαραίτητες για την ενσωμάτωση των ΑΠΕ (βλ. Ταμείο Ανάκαμψης).
Ταμείο Ανάκαμψης και πράσινα έργα
Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας είχε να διαχειριστεί τον μεγαλύτερο προϋπολογισμό του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας:
- 8,19 δισ. ευρώ και 79 έργα.
Ποσοστό απορρόφησης τον Ιούλιο του 2025 (ένα έτος πριν την προθεσμία ολοκλήρωσης του φυσικού αντικειμένου των έργων) μόλις 39,3%. Λιγότερο από το μισό.
Το χαμηλό αυτό ποσοστό είναι κρίσιμο γιατί αφορά έργα υψηλής προτεραιότητας για την ενεργειακή πολιτική: αποθήκευση ενέργειας, ΑΠΕ, διασυνδέσεις νησιών, εξοικονόμηση και αυτοπαραγωγή.
Παράλληλα, η αδυναμία προώθησης αυτών των έργων δείχνει ένα βαθύτερο πρόβλημα: έλλειψη ώριμου ενεργειακού σχεδιασμού που να καλύπτει τις ανάγκες της μετάβασης και των υποδομών της επόμενης δεκαετίας.
Μιλάμε για έργα που θα έπρεπε να αποτελούν τον κορμό της απανθρακοποίησης και της ενεργειακής ασφάλειας.
Δεν αξιοποιήθηκε αυτή η μεγάλη ευκαιρία ώστε μέσα από ένα συνεκτικό, λειτουργικό και εφαρμόσιμο πλαίσιο να υλοποιηθούν οι κρίσιμες ενεργειακές και περιβαλλοντικές υποδομές που έχει ανάγκη η χώρα.
Αυτή η ευκαιρία χάθηκε. Δεν θα ξαναϋπάρξει σύντομα. Ιστορική ευκαιρία για τη χώρα.
Γι’ αυτό ακριβώς έχω πει και στη Βουλή ότι κατά την γνώμη μου το μεγαλύτερο πολιτικό και οικονομικό έγκλημα αυτής της κυβέρνησης, που θα το κουβαλάει η χώρα για πολλά χρόνια, είναι η διαχείριση του Ταμείου Ανάκαμψης.
Πρόκληση: Από την ενεργειακή κερδοσκοπία στη δίκαιη μετάβαση
Πού βρισκόμαστε σήμερα;
Σταθερά στις ακριβότερες χώρες της Ευρώπης.
Τι έκανε η κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει την ενεργειακή κρίση;
Είχε την ευκαιρία να ακολουθήσει το παράδειγμα της Ισπανίας και να βάλει πλαφόν στο φυσικό αέριο. Δεν το έκανε.
Προτίμησε τις οριζόντιες επιδοτήσεις που τις πλήρωσε ο φορολογούμενος και τις καρπώθηκαν οι εταιρείες.
Και τα υπερκέρδη των μεγάλων ενεργειακών ομίλων;
Δεν τα φορολόγησε ποτέ.
Δεν χώρισε την αγορά αερίου από τις ΑΠΕ, με αποτέλεσμα η φτηνή παραγωγή ΑΠΕ να χρεώνεται σαν ακριβό αέριο.
Την ίδια ώρα, ένας στους πέντε συμπολίτες μας απειλείται από ενεργειακή φτώχεια.
Το 2023, πάνω από 19% δήλωνε ότι δεν μπορεί να κρατήσει το σπίτι του ζεστό.
Εν τω μεταξύ, η ενεργειακή μετάβαση στην Ελλάδα προχωρά χωρίς χωροταξικό.
Όλα για τους λίγους: φαραωνικά έργα που θυσιάζουν βουνά, Natura και εύφορη γη.
Η περιφέρεια πληρώνει με κατεστραμμένο τοπίο και ενεργειακή φτώχεια, ενώ στο κέντρο συγκεντρώνονται τα κέρδη και οι αποφάσεις.
Ωστόσο, η μετάβαση θα έπρεπε να είναι ευκαιρία για την περιφερειακή ανάπτυξη, με ενεργειακές κοινότητες και αυτοπαραγωγή.
Και το δίκτυο; Κορεσμένο και χωρίς συντήρηση.
Ο ρυθμός υπογειοποίησης ντροπιαστικός.
Θα δοθεί χώρος στις ενεργειακές κοινότητες ή θα συνεχίσουν να τον νέμονται αποκλειστικά οι μεγάλοι όμιλοι;
Άφησε η κυβέρνηση να χαθούν και τα 100 εκατομμύρια ευρώ που ήταν δεσμευμένα για ενεργειακές κοινότητες. Οι διαδικασίες δεν προχώρησαν, οι διαγωνισμοί δεν ολοκληρώθηκαν, οι τεχνικές προϋποθέσεις δεν καλύφθηκαν.
Δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνική αποτυχία.
Η δίκαιη μετάβαση σημαίνει δημοκρατία στην παραγωγή και φτηνή ενέργεια για τους πολλούς.
Και πάνω απ’ όλα, επιστροφή της ΔΕΗ στον κοινωφελή της ρόλο. Επαναφορά του 51% στο Δημόσιο.
Τέλος, ένα πολύ κρίσιμο σημείο:
Η εγκατάλειψη των εξορύξεων είναι προϋπόθεση για μια σύγχρονη, βιώσιμη πολιτική ενέργειας.
Θέλω να είμαι σαφής. Είναι ένας παραπλανητικός μεγαλοϊδεατισμός η ρητορική αυτή.
Τόσο γιατί τα ορυκτά καύσιμα είναι ασύμβατα με την κλιματική κρίση, πόσο μάλλον σε μια μεσογειακή χώρα που συνιστά το hot spot της κρίσης,
όσο και γιατί η κυριότητα των όποιων –αν και εφόσον- κοιτασμάτων θα ανήκει στις εταιρείες και οι τιμές θα καθορίζονται από τις διεθνείς αγορές, ενώ η χώρα θα εισπράττει τελικά κάποια πενιχρά δικαιώματα.
Η Νέα Αριστερά κατέθεσε ολοκληρωμένη πρόταση νόμου για την πλήρη απαγόρευση των εξορύξεων υδρογονανθράκων στην Ελλάδα.
Και δεν κρύβω ότι περίμενα μεγαλύτερη ανταπόκριση από τα άλλα κόμματα σε αυτό.
Κατακλείδα
Βρισκόμαστε σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι. Σήμερα ζούμε ένα ισχυρότατο backlash.
Αυτό το πισωγύρισμα δεν είναι ουδέτερο—έχει όνομα, έχει πολιτική, έχει στρατηγική:
- Είναι ο τραμπισμός στην πιο καθαρή του μορφή: η άρνηση του επείγοντος της κλιματικής κρίσης, η υποβάθμιση κάθε δεσμευτικού κανόνα, η πλήρης υποταγή στα συμφέροντα των ορυκτών καυσίμων.
- Είναι το ενεργειακό μοντέλο της ΝΔ που μας θέλει εξαρτημένους από το ακριβό αέριο, εκτεθειμένους στις διεθνείς τιμές, καταδικασμένους σε διαρκή ακρίβεια. Ένα μοντέλο που βαθαίνει την περιβαλλοντική υποβάθμιση και μας απομακρύνει από κάθε έννοια βιωσιμότητας.
- Και παράλληλα, είναι η ευρωπαϊκή στροφή προς την πολεμική βιομηχανία, που θα απορροφήσει πόρους που θα έπρεπε να κατευθύνονται στην κοινωνία, στη φύση, στην πραγματική μετάβαση.
Είναι η ακύρωση της οικολογικής και κοινωνικής πολιτικής στο όνομα μιας νέας κανονικότητας φόβου, ανασφάλειας και πολεμικής προτεραιότητας.
Ανισότητες (το κόκκινο και το πράσινο)
Lula da Silva (Πρόεδρος Βραζιλίας), Cyril Ramaphosa (Πρόεδρος Νότιας Αφρικής) και Pedro Sánchez (Πρωθυπουργός Ισπανίας), σε άρθρο τους μιλούν για έκτακτη συνθήκης ανισότητας, η οποία απειλεί την οικονομική σταθερότητα, την κοινωνική συνοχή, την ίδια τη δημοκρατία.
Γράφτηκε όσο διεξαγόταν η COP30 στη Βραζιλία. Και αυτό δεν είναι τυχαίο!
Και είναι “to the point” όσον αφορά την πλευρά της κλιματικής κρίσης που δημιουργεί ή αυξάνει τις ανισότητες.
Μιλούν για αποκλεισμένες κοινότητες που αντιμετωπίζουν ακραία καιρικά φαινόμενα ως νέα κανονικότητα, για οικογένειες που δυσκολεύονται οικονομικά και για νέους που στερούνται ουσιαστικές ευκαιρίες.
Και δεν διστάζουν να μιλήσουν για απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις που αφορούν την παγκόσμια αρχιτεκτονική του χρέους προτείνοντας ένα διεθνές πάνελ για την ανισότητα.
Πριν από λίγο καιρό ο όρος «κλιματικός πρόσφυγας» ακουγόταν λίγο μακρινός. Και δείτε ότι μετά τον καταστροφικό Ντάνιελ στη Θεσσαλία οι ίδιοι οι άνθρωποι της Θεσσαλίας, που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν ολόκληρα χωριά, αυτοπροσδιορίζονται ως «κλιματικοί πρόσφυγες».
Τώρα που μιλάμε, στην Ήπειρο, τη Δυτική Ελλάδα, στην Κέρκυρα, έχουν ξεχειλίσει ποτάμια και χείμαρροι, καταστροφές και σήμερα είναι πάλι στα κόκκινα γιατί υπάρχει κίνδυνος για νέα φαινόμενα.
Αυτά τα φαινόμενα, αυτές οι καταστροφές μπορεί να διατρέχουν οριζόντια τα κοινωνικά στρώματα αλλά δεν χρειάζεται να εξηγήσει κανείς πώς επιβαρύνουν τους ασθενέστερους.
Άρα η κλιματική αλλαγή βαθαίνει τις ανισότητες.
Ακόμα και στην πράσινη μετάβαση πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας τη δημιουργία νέων ανισοτήτων.
Κι εδώ είναι που το «πράσινο» συναντιέται με το «κόκκινο».
Ο όρος «κλιματική δικαιοσύνη» που έχουμε υιοθετήσει στην Νέα Αριστερά αυτό ακριβώς αναδεικνύει και εκεί ακριβώς στοχεύει.
Στην καταπολέμηση των ανισοτήτων της κλιματικής αλλαγής.
Η αντιπαράθεση λοιπόν δεν είναι τεχνική. Είναι βαθιά πολιτική. Αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο κόσμους:
- τον κόσμο της εξάρτησης, της ακρίβειας, της γεωπολιτικής υποτέλειας και της κλιματικής κατάρρευσης,
- και τον κόσμο της δημοκρατικής, κοινωνικά δίκαιης και οικολογικά βιώσιμης μετάβασης.
Αυτή είναι η επιλογή που έχουμε μπροστά μας.
Και σε αυτή την επιλογή, η Νέα Αριστερά δεν στέκεται απλώς ως σχολιαστής της πραγματικότητας.
Διαλέγει πλευρά και στηρίζει σαφώς:
- την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα,
- την ενέργεια στην υπηρεσία της κοινωνίας,
- την ενεργειακή δημοκρατία και συμμετοχή των πολιτών.
Τοποθέτηση του Προέδρου της Νέας Αριστεράς Αλέξη Χαρίτση, στην εκδήλωση COP30: Η επόμενη μέρα | 26.11.2025
Δεν υπάρχουν σχόλια