....

....

Ο Καβάφης στην εποχή του (γράφει η Σοφία Ιακωβίδου)

 

 

 

γράφει η Σοφία Ιακωβίδου (*)

Στην αδήριτη ανάγκη της να βρει, να δείξει συνέχειες με το παρελθόν, η εκπαίδευση δεν παύει να τονίζει το παρόν: πώς μπορούμε να συνδεθούμε με ένα κείμενο, ένα αντικείμενο μελέτης, σήμερα. Ο κριτικός παροντισμός είναι αυτός που προέχει στις περισσότερες αναγνωστικές προσεγγίσεις. Ο Καβάφης ήταν εντός του μέλλοντός του όχι απλώς και αλλά κυρίως ως προς αυτό. Κάτι τέτοιο ισχύει και σε ατομικό επίπεδο, ως προς τις λεγόμενες «χρήσεις της λογοτεχνίας», τι προσφέρει ένα λογοτέχνημα στον καθένα μας προσωπικά (αναγνώριση/γνώση, γοητεία, σοκ κατά Rita Felski) και σε ευρύτερο, καθώς το έργο του μοιάζει να προέβλεπε και συγχρόνως να ήλεγχε μεγάλη γκάμα μεθόδων ή θεωρητικών προσεγγίσεων (από τον πρότερο βιογραφισμό μέχρι τις μετέπειτα θεωρίες του φύλου και την μεταποικιοκρατική κριτική). Πρακτικώς και μία από τις πιο κοινόχρηστες έννοιες, ο λεγόμενος «εννοούμενος» αναγνώστης, αυτός που πάει να συμπληρώσει τα κενά ή τις απροσδιοριστίες ενός κειμένου (Wolfgang Iser), δεν αντιμετωπίζεται ως κάτι άλλο παρά ως ο εκάστοτε σημερινός.

Γι’αυτό και η σύγχρονη κοινωνιολογία της λογοτεχνίας προτιμά να κάνει λόγο αντί για εννοούμενο, για τον υποτιθέμενο αναγνώστη (Alain Viala) – και δεν πρόκειται για απλή αλλαγή ονομασίας. Αντιθέτως, πρόκειται για μια τριπλέτα που αν δεν εξεταστεί ως τέτοια, δεν καλύπτει επαρκώς το ζήτημα της πρόσληψης ενός λογοτέχνη. Αυτή περιλαμβάνει: α) τον τύπο του αναγνώστη που το κείμενο εγγράφει, είτε σαφώς είτε έμμεσα, θεωρώντας κάποια πράγματα δεδομένα, β) τους δυνητικούς αποδέκτες, που είναι μέσα σε μια ορισμένη χρονική περίοδο όλα τα μέλη της πολιτιστικής κοινότητας εντός της οποίας κυκλοφόρησε ένα κείμενο, γ) τους πραγματικούς αποδέκτες, που μπορεί να είναι ένα κλάσμα των δυνητικών ή και να τους ξεπερνούν. Η πρώτη κατηγορία είναι τι φαντάζεται ο συγγραφέας για τη δεύτερη, η τρίτη πώς τακτοποιήθηκαν οι δύο προηγούμενες. Ο τόμος «Ο Καβάφης στην εποχή του», μοιάζει να καλύπτει την τρίτη αυτή κατηγορία, αλλά ουσιαστικά δίνει όψεις, όχι ιδιαίτερα γνωστές, και της δεύτερης, της ευρύτερης πολιτισμικής κοινότητας εντός της οποίας έδρασε ο Καβάφης. Και μέσα από αυτήν «πιάνει» και την πρώτη, τι φαντάζεται ο δημιουργός για τους αναγνώστες του – αν το σκεφτούμε σε τέτοιες του εκτιμήσεις, στοχαστικούς υπολογισμούς, οφείλονται και οι ιδιότυπές του εκδοτικές πρακτικές. Ενώ λοιπόν «Ο Καβάφης στην εποχή του» μοιάζει να αφορά στους ποικίλους συγχρονικούς αναγνώστες του ποιητή, ο τίτλος, που εκ πρώτης όψεως διαφέρει ελάχιστα από εκείνον της γνωστής μελέτης του Τσίρκα «Ο Καβάφης και η εποχή του», δεν περιλαμβάνει τυχαία τη μικρή αλλά καθοριστική αυτή μετατόπιση. Κι αυτό γιατί δεν αποτελεί μια εξηγητική πρόταση για το καβαφικό έργο μέσα από τους κοινωνιοοικονομικούς παράγοντες που το συνδιαμόρφωσαν, όπως η μαρξιστική ανάγνωση που επιχείρησε ο Τσίρκας, αλλά επαναθέτει τον δημιουργό και το έργο του εντός της εποχής του, εντός των ιδιαίτερων έξεων του κοινωνικού του περιβάλλοντος, των ποικίλων παραγόντων και πολιτισμικών δικτύων που κινητοποιήθηκαν για τη διάδοσή του.

Οι 30 από τις 32 μελέτες του τόμου, αποτελούν επεξεργασμένη μορφή εισηγήσεων που παρουσιάστηκαν σε ομότιτλο επιστημονικό συνέδριο που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου (2023). Το συνέδριο εντασσόταν στο τριετές ερευνητικό πρόγραμμα «Καβαφική κριτική: τα πρώτα 50 χρόνια. Συγκέντρωση, φιλολογική επεξεργασία και σχολιασμός κριτικών δημοσιευμάτων για τον Καβάφη και το έργο του, 1891-1940» που συντόνισε ο Τάκης Καγιαλής, ο οποίος και επιμελείται τον παρόντα τόμο, που είναι οργανωμένος με απόλυτη ευκρίνεια. Χωρίζεται σε εννιά ενότητες. Εύλογα η πρώτη ενότητα ξεκινά με σημαίνουσες περιπτώσεις ατόμων που τον γνώρισαν και θεώρησαν προσωπική τους αποστολή τη διάδοση του έργου του. Τέτοιες ήταν πρωτίστως η Ρίκα Σεγκοπούλου και ο Μάριος Βαγιάνος και τριτευόντως ο βέλγος αβανγκαρντίστας ποιητής Paul Vanderborght, ο οποίος, στο μικρό διάστημα της παραμονής του στην Αίγυπτο (1925-9) θα κάνει προσπάθειες διάδοσης του καβαφικού έργου στο πλαίσιο ενίσχυσης της «Βελγο-αιγυπτιακής φιλίας», σχεδιάζοντας και τιμητική εκδήλωση για τον ποιητή που εντέλει δεν θα πραγματοποιηθεί, όπως σημειώνει ο Βασίλης Λέτσιος που υπογράφει το συγκεκριμένο κεφάλαιο. «Πολύ συμπαθητικόν πράγμα είναι η επιζήτησις των προσεγγίσεων. Δεν είναι όμως εύκολον», σχολίαζε με το γνωστό του φλέγμα ο Καβάφης, πολύ πριν τη ματαίωση της εν λόγω εκδήλωσης, σε κείμενό του με τίτλο «Για την πνευματική προσέγγιση Αιγύπτου-Δύσης».

Για την πνευματική προσέγγιση Αλεξάνδρειας (Καβάφη)-Αθηνών πάντως, ο Βαϊάνος έκανε ό,τι μπόρεσε. Σε αυτόν χρωστάμε το πρώτο αφιέρωμα στο καβαφικό έργο διεθνώς, στο περιοδικό Νέα Τέχνη, (Οκτώβριος-Ιούλιος 1924), ζώντος του ποιητή. «Αν δεν βρισκόταν ο Μάριος Βαϊάνος», σημειώνει ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, το έργο του Καβάφη θα παρέμενε για πολλά ακόμα χρόνια άγνωστο και περιφρονημένο». Χωρίς τον ερευνητικό ζήλο της Δέσποινας Γεμέλου, που εκπόνησε διατριβή για την περίπτωση Βαϊάνου, υπό την εποπτεία του Τάκη Καγιαλή, και υπογράφει το συγκεκριμένο κείμενο, η δράση του ένθερμου αυτού θαυμαστή, που λειτούργησε ως αυτόκλητος λογοτεχνικός ατζέντης avant la lettre, θα παρέμενε εν πολλοίς άτακτη. Μόνο επτά επιστολές του Βαϊάνου σώζονται σήμερα στο αρχείο Καβάφη, ενώ και στο Ίδρυμα Λασκαρίδη, όπου φυλάσσεται το αρχείο του ίδιου του Βαϊάνου, υπάρχει μόλις μία ακόμη. Ωστόσο, η σχέση Βαϊάνου-Καβάφη, που ήταν κυρίως δι’ αλληλογραφίας, και ξεκίνησε το 1923, όταν ο πρώτος ήταν μόλις 18 χρονών και ο ποιητής 60 –οι δύο άντρες θα βρεθούν δια ζώσης μόνο μία φορά, το 1932, στην Αθήνα, σε μια συνάντηση λιγότερο θερμή απ’ ό,τι θα μπορούσε να περιμένει ο Βαϊάνος- υπήρξε καθοριστική. Οι περίπου πενήντα επιστολές που αντάλλαξαν, σε ρυθμό 2-3 εκ μέρους του Βαϊάνου προς μία εκ μέρους Καβάφη, είχαν αμοιβαίως ενημερωτικό-πληροφοριακό χαρακτήρα και ανταλλάχτηκαν κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής του ποιητή, σε μια εποχή καθοριστική για τη διάδοση του έργου του, καθώς τότε, όπως θα πει ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, «έγινε η πρώτη γενναία επίθεση του Καβάφη κατά του […] λογοτεχνικού κατεστημένου». Εξάλλου και το αφιέρωμα της Νέας Τέχνης αντιμετωπίστηκε ειρωνικά από διάφορους λογοτεχνικούς παράγοντες των Αθηνών, που χλεύασαν τον ζήλο του Βαϊάνου, προτού αναγκαστούν να το χαρακτηρίσουν, όπως έκανε ο Φώτος Γιοφύλης, «εκδοτική επιτυχία». Ο Βαϊάνος θα διαμαρτυρηθεί εντόνως για τον αποκλεισμό του ποιητή από την απονομή του Εθνικού Αριστείου Γραμμάτων, ενώ οι επιστολές τους θα είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικές και ως προς τη στάση άλλων εντός του λογοτεχνικού πεδίου, αλλά και του ίδιου του Καβάφη «Τον ποιητήν αυτόν χρόνια τον διαβάζω» λέει ο Καβάφης για τον Μαλακάση, «Τα ωραία του ποιήματα με ενθουσιάζουν», ενώ σε επιστολή του της 22.8.1928 σημειώνει: «Πολύ μ’ελύπησεν η αυτοκτονία του Καρυωτάκη» – για τις πολλαπλές διασταυρώσεις της ποίησης του Καρυωτάκη με εκείνην του Καβάφη, όσο και για τις διαφορές τους, γράφει η Έλλη Φιλοκύπρου ένα ιδιαίτερα μεστό κείμενο στην έβδομη ενότητα του τόμου, που επιγράφεται «Συγκρίσεις». Ο Καβάφης είχε δρομολογήσει μέσω Βαϊάνου την αποστολή μιας συλλογής του στον Καρυωτάκη, μεσολάβησε όμως η αυτοκτονία του, και τόσο τα ποιήματα όσο και τεύχη του περιοδικού Αλεξανδρινή Τέχνη έμειναν ανεπίδοτα.

Η Ρίκα Σεγκοπούλου, που διηύθυνε το καθοριστικό για τα καβαφικά πράγματα αυτό περιοδικό (1926-1931), συνδέθηκε με τον ποιητή, όπως και ο Βαϊάνος, κατά τα δέκα τελευταία χρόνια της ζωής του, στενά μάλιστα, και υπήρξε, μαζί με τον πρώτο σύζυγό της διαχειρίστρια του αρχείου του, αλλά και επιμελήτρια της πρώτης συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων του δύο χρόνια μετά το θάνατό του, της επονομαζόμενης «έκδοσης Καλμούχου». Αν το βιβλίο αυτό, που ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος χαρακτήρισε «μνημείο στοργής», σκόπευε να δώσει την «οριστική» έκδοση του καβαφικού κανόνα, η σχεδιαζόμενη από τη Σεγκοπούλου βιογραφία του ποιητή, όπως επισημαίνει η Αγγελική Μούσιου, που μελετά το εν λόγω θέμα,  στόχευε να αφήσει μια νόμιμη ή εγκεκριμένη (authorized) καβαφική βιογραφία. Την πρόλαβε ωστόσο ο χρόνος: έμειναν μόνο κάποια σημειώματά της, καθώς στην προσπάθειά της να φανεί αντικειμενική, η Σεγκοπούλου άφησε να περάσουν χρόνια από το θάνατο του ποιητή μέχρι να τη συντάξει και πρόλαβε ο θάνατος την ίδια. Αυτά τα σημειώματα φάνηκαν όμως χρήσιμα και στον Τσίρκα και στον Ρόμπερτ Λίντελ, ο οποίος και θα  γράψει τελικά τη βιογραφία. Ο Λίντελ, που αυτοπροσδιοριζόταν ως «αγγλο-αιγύπτιος», καθώς έζησε στην Αίγυπτο ήδη από τα παιδικά του χρόνια, προτού δώσει την βιογραφία (1974), είχε μάλιστα κάνει ήρωα τον Καβάφη με το ελιοτικό όνομα «Ευγενίδης» στο μυθιστόρημά του Unreal city (1952). Ο Λίντελ αμφισβητεί κατά κράτος την προσέγγιση Τσίρκα, κι αντί να βλέπει τον ποιητή σε σχέση με τον οικονομικό-ταξικό παράγοντα, «παρουσιάζει το πορτρέτο ενός αισθητή, που ταξιδεύει στην Ιστορία όχι ακριβώς τη «διαστροφή» του, όπως το ήθελε ο Μαλάνος, αλλά τη διανοητική και κοινωνική του περιέργεια» (Εμμανουέλα Κάντζια, σ. 60). Σε ό,τι αφορά τους αισθητιστές πάντως, και δη ως προς τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τον ερωτισμό, ο Βασίλης Λεντάκης που μελετά το εν λόγω κεντρικό ζήτημα, βρίσκει πως ο Καβάφης περισσότερο διαφέρει από εκείνους, παρά ταυτίζεται μαζί τους. Για εκείνους (Ουάιλντ, Πέιτερ, Symmonds) για παράδειγμα, ο έρωτας μεταξύ ενός μεγαλύτερου και ενός νεότερου άνδρα είχε παιδαγωγικό χαρακτήρα, όπως το έβλεπε ο Πλάτωνας, ταύτιζαν τη φυσική ομορφιά  με την ηθική κλπ, κάτι που ο Λεντάκης υποστηρίζει πως δεν ισχύει στον Καβάφη.

Γενικότερα τα κείμενα του τόμου, μπορούν να διαβαστούν κατά μόνας, ή και συσχετιστικά μεταξύ τους, κάτι που αναδεικνύει την πολυφωνία των πηγών που τα υποστηρίζουν. Η δεύτερη ενότητα είναι αφιερωμένη στους τρόπους διάχυσης του έργου. Εδώ, πέρα από τις ιδιότυπες εκδοτικές πρακτικές του ποιητή, που όπως είχε ήδη τονίσει ο Σαββίδης, οφειλόταν και στην έλλειψη εκδοτών και στην απροθυμία της βιβλιαγοράς (σε αντίθεση με άλλες χώρες: ο Λέοναρντ Γουλφ, σύζυγος Βιρτζίνια, θέλησε για παράδειγμα, όπως τονίζει ο Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, να βγάλει τα ποιήματα του Καβάφη στον Hogarth Press, ενώ δεν υπάρχει τεκμήριο τέτοιας επιθυμίας εκ μέρους ελληνικού εκδοτικού οίκου), παρακολουθούμε και τη σχέση του Καβάφη με την τέχνη της απαγγελίας (απήγγειλε ο ίδιος τα ποιήματά του, πιο θεατρικά απ΄ό,τι ενδεχομένως θα φανταζόμασταν, τάση που, όπως επισημαίνει η Φιόνα Αντωνελάκη, πρέπει να ανάγεται στις κλειστές αναγνώσεις των βικτωριανών σαλονιών με τις οποίες ήρθε σε επαφή κατά τα εφηβικά του χρόνια στην Αγγλία), αλλά και μαθαίνουμε για το μεγάλο κύκλο θαυμαστριών που είχε ο ποιητής κατά το Μεσοπόλεμο όπως τη Μυρτιώτισσα, τη Μαρία Βόλτου, την Άλκη Θρύλο (η οποία υπήρξε συνδετικός κρίκος του ποιητή με τον νεαρό ταλαντούχο συνθέτη Δημήτρη Μητρόπουλο), τη Γαλάτεια Καζαντζάκη, τη Ντόρα Ρωζέττη, όλες προοδευτικά πνεύματα που γοητεύτηκαν από την αμφισβήτηση της νόρμας και τη διεκδίκηση της ερωτικής ελευθερίας που κι εκείνες αναζητούσαν (το συγκεκριμένο κεφάλαιο δια χειρός Χριστίνας Ντουνιά).

Στην τρίτη ενότητα, «Ο ποιητής και τα βιβλία», η Μιχαέλα Καραμπίνη-Ιατρού εξετάζει τις αφιερώσεις, τις σημειώσεις του ποιητή στα βιβλία του (24 αυτοτελή σημειώματά του), αλλά και εκείνα που παρέμειναν άκοπα (πληθαίνουν όταν αρχίζει η ασθένειά του), ενώ η Χριστίνα Κώστογλου μας δίνει όψεις του ποιητή αναγνώστη όχι τόσο αναμενόμενες, όπως ότι διέθετε περισσότερα γαλλικά από αγγλικά βιβλία, ότι διάβαζε αστυνομική λογοτεχνία (Σιμενόν λίγο πριν πεθάνει) ή ότι διέθετε έργο του αμερικανού Carl Van Vechten, γνωστού για τις ομοερωτικές φωτογραφίσεις και ομοφυλοφιλικές σχέσεις, το οποίο είχε ως μότο στίχους από το ποίημά του «Πόλις [«Ξέρεις, Γιώργο» είπε ο Καβάφης στην απορία του Λεχωνίτη πώς γνώριζε το ποίημα ο  Van Vachten, «οι Αγγλοσάξωνες πολύ με εκτιμούν»]. Τέλος, ο Αλέξανδρος Κατσιγιάννης δίνει τη σχέση του καβαφικού έργου με τα «Λυρικά» του Αθανάσιου Χριστόπουλου, που υπήρξαν σταθερό best seller του 19ου αιώνα.

Η τέταρτη ενότητα αναφέρεται στην κριτική πρόσληψη του ποιητή, τόσο από αλεξανδρινά περιοδικά (στα τρία από τα τέσσερα εξ αυτών άλλοι ποιητές του αφιερώνουν ποιήματά τους), όσο και από την Αθήνα. Το 1924 αναδεικνύεται σε annus mirabilis για την επιβολή του Καβάφη στους αθηναϊκούς κύκλους από τον Λάμπρο Βαρελά. Αφενός γιατί τα δημοσιεύματα περί «καβαφισμού», μεγάλου δηλαδή θαυμασμού αλλά και μίμησης εκ μέρους των νέων πληθαίνουν, αφετέρου εξαιτίας της επίθεσης που εξαπολύει εναντίον του ποιητή μια αμφιλεγόμενη αλλά επανερχόμενη κεφαλή κρούσης, ο γιατρός Σωκράτης Λαγουδάκης (υπέγραφε με το ψευδώνυμο Λάιγξ). Οι νεαροί υποστηρικτές του Καβάφη όμως συσπειρώθηκαν, τύπωσαν δύο χιλιάδες φυλλάδια και τον γιούχαραν σε εκδήλωση που είχε οργανώσει, με αποτέλεσμα το επεισόδιο αυτό να δράσει ενισχυτικά στην προβολή του ποιητή. Αντίστοιχες κινήσεις υπονόμευσης γνωστών καβαφικών υποστηριχτών, όπως του Τέλλου Άγρα, του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και του Μάριου Βαϊάνου, εκ μέρους του Δημήτρη Ταγκόπουλου δεν είχαν αποτέλεσμα. Οδήγησαν όμως τον ίδιο τον Παλαμά να εμπλακεί – μια και πίσω από τον τόσο «καβαφισμό» ήταν η δική του πρωτοκαθεδρία που έτριζε πλέον σοβαρά. «Μυρίζει καβαφίλας» θα γράψει ο Παλαμάς στο άρθρο του «Libido» που θα δημοσιευτεί σε πέντε μακροσκελείς συνέχειες το καλοκαίρι του 1924. Λίγους μήνες πριν ο Καβάφης είχε δώσει συνέντευξη στον φουτουριστή καλλιτέχνη και δημοσιογράφο Νίκο Γιοκαρίνη που τον ρωτούσε:

– Κύριε Καβάφη. Μου είπαν ότι ο κ. Παλαμάς, ως ποιητής, δεν έχει την εκτίμησίν σας.

– Ο κ. Παλαμάς, φίλε, είνε μεγάλος ποιητής..

Και μετά μικράν σιωπήν

-..μα, του Καβάφη δεν του αρέσει η λυρική ποίησης. (…) Ο Παλαμάς έχει πολλές εξάρσεις.

Γενικότερα ο τόμος αποτελεί όχι απλώς μια επανεπίσκεψη σε γνωστές θέσεις, αλλά αποκατάσταση μιας πανεποπτικής εικόνας του πεδίου, με την προσθήκη νέων στοιχείων, απόψεων ή όψεων της κριτικής, εγχώριας και μη, έχοντας ως έρεισμα πλέον το καβαφικό αρχείο και τη βιβλιοθήκη του ποιητή που έχουν  ψηφιοποιηθεί. Θα μπορούσε να πούμε ότι πρόκειται για ένα πλήρες καβαφικό πολυκατάστημα. Οι προθήκες του επιτρέπουν στον αναγνώστη να ρίξει μια ματιά ή να εντρυφήσει, αν το θελήσει, στην επικαιροποιημένη εκδοχή πολύφερνων καβαφικών ζητημάτων, ή να διερευνήσει άλλα, μάλλον αναπάντεχα (ποια θα μπορούσε να είναι για παράδειγμα η σχέση του καβαφικού έργου με εκείνο του Περικλή Γιαννόπουλου, ή: μπορεί να ακουστεί σήμερα αντιρρητική φωνή ως προς τον μετρ; – κι όμως, ακούστηκε, ως προς την ιδιάζουσα μετρική του, μόνο που κι αυτή απλώς συνοψίζει παλιότερες θέσεις, όπως δείχνουν οι Γαραντούδης-Ραζάκη).

Κυρίως, ως προς ένα κομβικό ζήτημα της καβαφικής κριτικής, το «ο ποιητής και η Ιστορία», ο τόμος μας δίνει δύο καθοριστικές καταθέσεις, αξιοποιώντας καίριες επισημάνσεις άλλων και φέρνοντάς τες σε θαυμαστή ολοκλήρωση. Αφενός ως προς τις οφειλές του καβαφικού έργου στον Γίββωνα, ο Γιάννης Παπαθεοδώρου μας δείχνει πώς η «ποιητική ιστοριογραφία» του Καβάφη έγραψε τις δικές της σημειώσεις στο περιθώριο εκείνων του ίδιου του Γίββωνα, πώς εμπνεύστηκε από την ειρωνική του ματιά, τον μη φετιχισμό του απέναντι στα γεγονότα, την ανάδειξη «ασήμαντων» λεπτομερειών, συχνά θεματοποιώντας τες, πώς εντέλει κατάφερε, όπως εκείνος, να συγκρατεί την κρίση σε διαρκή εκκρεμότητα. Αφετέρου ο Τάκης Καγιαλής, σε ένα κείμενο που καταλαμβάνει ήδη ζηλευτή θέση μέσα στη θάλασσα της καβαφικής βιβλιογραφίας, μελετά τη σχέση του ποιητή με τους αρχαιοδίφες. «Τη σήμερον οι αγαπητοί αρχαιοδίφαι μας παρέσχον τα μέσα τελειοτέρας απεικονίσεως του αρχαίου βίου», σημείωνε ο ίδιος ο ποιητής. Αυτή η τρόπον τινά «ερασιτεχνική» προσέγγιση του παρελθόντος υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής στα τέλη του 19ου αιώνα, απαντά μάλιστα αφομοιωμένη εντός των επιστημονικών κειμένων της εποχής, από τον Γίββωνα έως τον Βίνκελμαν. Ουσιαστικά «η πνευματική συγκρότηση του Καβάφη συνέπεσε με τη μετάβαση από τις αρχαιοδιφικές χρήσεις των κειμένων, αντικειμένων και μνημείων του παρελθόντος στις θεσμοθετημένες πρακτικές της ιστορίας και αρχαιολογίας» (σ. 412).

Ο Καγιαλής δείχνει πώς η αρχαιοδιφική επιμονή και συλλογή υλικών τεκμηρίων δεν υπήρξε μόνο πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ της ιταλικής και της ελληνικής παροικίας της Αλεξάνδρειας, αλλά και πώς αποτέλεσε μια μορφή κοινωνικής ασπίδας για τον ποιητή, καθώς επρόκειτο για μια εμφατικά ανδροπρεπή, ομοκοινωνική δραστηριότητα –ήλκυε συχνά το ενδιαφέρον ομοφυλόφιλων καλλιτεχνών- που απομάκρυνε τον ίδιο και το έργο του από οποιεσδήποτε αιτιάσεις περί θηλυπρέπειας. Μια σειρά καβαφικών πρακτικών παραπέμπουν στην αρχαιοδιφική κουλτούρα: η εστίαση στα περιθωριακά ευρήματα και την αξία των μικροδεδομένων, κάποτε σε αντιπαράθεση με τους ακαδημαϊκούς συγγραφείς (ο Καβάφης π.χ. δεν συμβουλευόταν μόνο σταθερά τον Mahaffy, χαιρόταν και να εντοπίζει λάθη και παραλείψεις του), το ιδιόρρυθμο σύστημα οργάνωσης και κυκλοφορίας του καβαφικού έργου (παραπέμπει στον τρόπο που κυκλοφορούσαν οι αρχαιοδίφες τα ευρήματά τους σε κλειστό κύκλο παραληπτών),  η λατρεία των αρχαιοδιφών για ταφόπλακες και επιτύμβιες στήλες, εν γένει το ενδιαφέρον για υλικά τεκμήρια όπως νομίσματα, και κυρίως η συναισθηματική ποιότητα που προσέδιδαν σε αυτά, κάτι που ο Καβάφης αξιοποίησε αισθητιστικώ τω τρόπω, με τις υποβλητικές ομοερωτικές σκηνοθεσίες του. Ο τόμος κλείνει με μια υποδειγματική ανάγνωση του καβαφικού Οροφέρνη, ο οποίος αποτελεί μια χαρακτηριστική demonstratio αυτών των διαφορετικών πρακτικών. Ολοκληρώνεται έτσι μια πολύπλευρη επισκόπηση καίριων ζητημάτων της καβαφικής κριτικής, από τη σκοπιά της εποχής που τα γέννησε.

(*) Η Σοφία Ιακωβίδου διδάσκει Νεοελληνική Λογοτεχνία στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

 

oanagnostis.gr 

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.