Εκρηξη του ιδιωτικού χρέους στα 224 δισ. ευρώ επί Μητσοτάκη
Αύξηση κατά 10% είχαν σημειώσει από το 2019 μέχρι και το 2024 οι οφειλές των πολιτών σε Εφορία, ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζες και funds ● Υψηλά και τα ληξιπρόθεσμα χρέη για ενοίκια και λογαριασμούς κοινής ωφέλειας.
Σε δύσκολους οικονομικά καιρούς, η έννοια της «ανθεκτικότητας» της οικονομίας έχει αναδειχθεί σε κεντρική. Ο λόγος είναι αυτό που οι διεθνείς οργανισμοί και οι κεντρικές τράπεζες επαναλαμβάνουν σε πρώτη ευκαιρία: η αστάθεια, η αβεβαιότητα και οι κρίσεις είναι πλέον μέρος της κανονικότητας για τις οικονομίες των χωρών, μηδέ των αναπτυγμένων εξαιρουμένων.
Στο πλαίσιο αυτό, ένας σημαντικός δείκτης ανθεκτικότητας είναι το ιδιωτικό χρέος, δηλαδή το χρέος ιδιωτών προς το κράτος, τα ασφαλιστικά ταμεία και τις τράπεζες ή τα funds που αγόρασαν «κόκκινα» δάνεια των τραπεζών.
Χρέος-γίγας
Τα δεδομένα λοιπόν αποκαλύπτουν ότι η ελληνική οικονομία βαρύνεται με συνολικό ιδιωτικό χρέος-γίγαντα 224 δισ. ευρώ (δεδομένα 2024), το οποίο αντιστοιχούσε σε 94% του ΑΕΠ – κι αυτό, αν μη τι άλλο, είναι δείκτης έλλειψης ανθεκτικότητας. Διότι, όταν διογκώνονται τα χρέη προς την εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία, τις τράπεζες και τα funds, τότε συμπιέζονται ιδιαίτερα τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος και επομένως η κατανάλωση, τα δημόσια έσοδα, η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, η πρόσβαση σε νέα χρηματοδότηση και τελικά οι ρυθμοί ανάπτυξης.
Τα επίσημα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά:
● Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, το (ληξιπρόθεσμο) ιδιωτικό χρέος σε απόλυτους αριθμούς αυξήθηκε στα 223,68 δισ. ευρώ το 2024, από 203,19 δισ. ευρώ το 2019. Δηλαδή αυξήθηκε κατά 20,48 δισ. ευρώ ή περίπου 10% από τότε που ανέλαβε η Ν.Δ.
● Τα ληξιπρόθεσμα προς ΑΑΔΕ και Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ) έφτασαν τα 163,2 δισ. ευρώ, από 139,65 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2019, δηλαδή αυξήθηκαν κατά 23,5 δισ. ευρώ ή 17%.
● Οι οφειλές στον ΕΦΚΑ αυξήθηκαν κατά 15,14 δισ. ευρώ ή 42,6%.
● Οι οφειλέτες του ΚΕΑΟ ξεπέρασαν τα 2,09 εκατομμύρια (αύξηση 48,6% ή κατά 684 χιλιάδες).
● Οι κατασχέσεις στην ΑΑΔΕ αυξήθηκαν κατά 35%, δηλαδή κατά 421 χιλιάδες πρόσωπα.
● Οι Ατομικές Ειδοποιήσεις του ΚΕΑΟ (αρχή κατασχέσεων) έχουν αυξηθεί κατά 120%.
Στο διάστημα 2019-2025, το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων των τραπεζών δεν εξαφανίστηκε, αλλά μετακινήθηκε. Η εικόνα των τραπεζών βελτιώθηκε λογιστικά, αλλά μεγάλο μέρος του προβλήματος πέρασε εκτός τραπεζικών ισολογισμών, σε funds και servicers.
Τα «κόκκινα» δάνεια
Σύμφωνα με στοιχεία, τα «κόκκινα» δάνεια σε τράπεζες και funds, με στοιχεία 2025, ανέρχονται σε 78,15 δισ. ευρώ χωρίς πανωτόκια και σε 103,1 δισ. ευρώ με πανωτόκια, έναντι 91,6 δισ. ευρώ τον Ιούλιο του 2019.
Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρει ότι οι εταιρείες διαχείρισης διαχειρίζονταν ΜΕΑ ύψους περίπου 78 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2025, ενώ η ΕΚΤ τόνισε τον Μάρτιο του 2026 ότι τα προβληματικά δάνεια εκτός τραπεζικού συστήματος αντιστοιχούν περίπου στο ένα τρίτο του ΑΕΠ της χώρας και παραμένουν από τις δυσκολότερες προκλήσεις για την Ελλάδα.
Το κοινωνικό αποτύπωμα
Αναπόφευκτα, το κοινωνικό αποτύπωμα είναι βαρύ. Η Eurostat δείχνει ότι το 2024 το 42,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές σε στεγαστικά, ενοίκια ή λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, όταν ο μέσος όρος της Ε.Ε. ήταν μόλις 9,2%. Δηλαδή η Ελλάδα βρίσκεται περίπου πέντε φορές πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτό δεν είναι απλώς ένα στατιστικό στοιχείο. Είναι η απόδειξη ότι η ακρίβεια, τα υψηλά επιτόκια, η πίεση των εισπρακτικών μηχανισμών και η ανεπάρκεια του σημερινού θεσμικού πλαισίου έχουν μετατρέψει το ιδιωτικό χρέος σε μόνιμο μηχανισμό κοινωνικής ασφυξίας.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ευθύνη της οικονομικής πολιτικής των κυβερνήσεων του Κυριάκου Μητσοτάκη. Προκειμένου να απαλλάξει τις τράπεζες από «σάπιο» ενεργητικό («κόκκινα» δάνεια) ύψους άνω των 90 δισ. ευρώ, υιοθέτησε τη λογική της ρευστοποίησης, καταργώντας, υποβαθμίζοντας ή παρακάμπτοντας ρυθμίσεις που παρέπεμπαν στη λογική της κοινωνικής προστασίας και παραδίδοντας έτσι τα λαϊκά νοικοκυριά και τις μικρές επιχειρήσεις στη συστηματική πίεση, το... μπούλινγκ και τις καταχρηστικές πρακτικές των funds και των servicers.
Με τον πτωχευτικό νόμο 4738/2020, η λογική της ρύθμισης αντικαταστάθηκε από τη λογική της ρευστοποίησης και από μια «φιλοσοφία» που αντιμετωπίζει τον οφειλέτη σαν βάρος και όχι ως πολίτη, που πρέπει να τύχει προστασίας – της οποίας «άξιες» είναι μόνο οι τράπεζες.
Πλούσιοι μπαταξήδες
Μία άλλη, έντονα κοινωνική διάσταση, που προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία (τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής), είναι ότι αυξάνεται ο αριθμός όσων έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο στις κατηγορίες οφειλής 10.000 - 100.000, 100.000 - 1.000.000 και πάνω από 1 εκατομμύριο ευρώ, ενώ αντίθετα μειώνονται στις κατηγορίες οφειλής 0 - 50, 50 - 500, 500 - 10.000 ευρώ. Στις ίδιες κατηγορίες, αυξάνεται το συνολικό ύψος της οφειλής. Χαρακτηριστικά, στην κατηγορία οφειλής πάνω από 1 εκατ. ευρώ, 9.830 ΑΦΜ χρωστούν 84,2 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά μέσον όρο 8.565.615 ευρώ καθένα!
Η ίδια εικόνα παρατηρείται και στα χρέη προς τα ασφαλιστικά ταμεία, όπου 3.074 οφειλέτες χρωστούν 6,98 δισ. ευρώ.
Το συμπέρασμα είναι ότι όσο ανεβαίνουμε την κλίμακα των χρεών τόσο αυξάνονται οι μπαταξήδες, ενώ οι μικροοφειλέτες είναι πιο συνεπείς στις υποχρεώσεις τους.
Οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τα «κόκκινα» δάνεια
Οσον αφορά τα «κόκκινα» δάνεια, ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. έχει καταθέσει πρόταση με τους εξής πυλώνες: ενεργός ρόλος της Αναπτυξιακής Τράπεζας για τη μερική απόκτηση «κόκκινων» δανείων από τα funds και διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους των υπολοίπων στην αξία απόκτησής τους, κατάργηση του πτωχευτικού νόμου 4738/2020, επαναφορά του ατομικού πτωχευτικού πλαισίου, δηλαδή του Νόμου Κατσέλη, με προστασία πρώτης κατοικίας στην περίμετρο του νόμου Φλαμπουράρη και υποχρεωτική αποδοχή της αυτοματοποιημένης πρότασης τόσο στον εξωδικαστικό όσο και στο ειδικό εξωδικαστικό σκέλος για φυσικά πρόσωπα, με ρυθμίσεις έως 120 δόσεις ανάλογα με την πραγματική ικανότητα αποπληρωμής.
Αρχιτεκτονική αυτής της πρότασης: εισοδηματικά κριτήρια προστασίας πρώτης κατοικίας από 15.000 έως 38.500 ευρώ, ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού· όρια αντικειμενικής αξίας από 220.000 έως 320.000 ευρώ· δυνατότητα αποπληρωμής έως 25 έτη· και κυρίως αρχή ότι η ρύθμιση πρέπει να βασίζεται στις εύλογες δαπάνες διαβίωσης και στην πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής. Δηλαδή όχι στο τι «ζητά» το fund, αλλά στο τι μπορεί πράγματι να πληρώσει ο οφειλέτης χωρίς να συντριβεί οικονομικά.
Δεν υπάρχουν σχόλια