Η Κοβέσι από μόνη της, δεν αρκεί (του Γιώργου Τραπεζιώτη)
- Αρκεί, μπορεί από μόνη της η Λάουρα Κοβέσι, να ξεριζώσει νοοτροπίες που παράγουν διαφθορά (και σκάνδαλα) και να αλλάξει τα πράγματα στην Ελλάδα; Προφανώς και όχι. Κι αυτό διότι η ικανότατη νομικός δεν είναι κάποια ηρωίδα της… Marvel Comics με υπερφυσικές ικανότητες, αλλά η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας η οποία χθες από το βήμα του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών περιέγραψε την κατάσταση που επικρατεί στην χώρα.
Κι ακριβώς για αυτή της την περιγραφή, έπεσαν να την «φάνε» (ξανά) κυβερνητικά στελέχη, μιντιακοί παρατρεχάμενοι του Μαξίμου και καρνιβορικά τρόλ του διαδικτύου, που λυσσαλέα επιμένουν πως κανονικότητα είναι η διασπάθιση του δημόσιου χρήματος και πως το ρουσφέτι είναι το δικό τους… κέντρο εξυπηρέτησης πολιτών.
Μόνο που όταν η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας λέει ευθέως πως κανείς δεν θα την πείσει ότι η κατάχρηση εξουσίας, το ρουσφέτι, το εμπόριο πολιτικής επιρροής δηλαδή, αποτελούν μέρος της «δουλειάς» των πολιτικών, δεν κάνει απλώς μια διαπίστωση, αλλά συγχρόνως στέλνει κι ένα σαφές μήνυμα. Ξεκαθαρίζει πως η Δικαιοσύνη, ακόμη και όταν διαθέτει την βούληση αλλά και τον επαγγελματισμό, δεν λειτουργεί σε κενό. Χρειάζεται, έχει απόλυτη ανάγκη, απαιτεί (και καλά κάνει) κι εκείνο το πολιτικό περιβάλλον που να της επιτρέπει, να ενθαρρύνει και να προστατεύει τη λειτουργία της. Όταν λοιπόν – όπως είπε χθες η Κοβέσι – «τρεις άνθρωποι καλούνται να διαχειριστούν χιλιάδες έγγραφα και εκατοντάδες παρακολουθήσεις», το πρόβλημα δεν είναι λοιπόν μόνο «τεχνικό», αλλά κυρίως βαθύτατα πολιτικό.
Και εδώ ακριβώς αποκτά μεγαλύτερη σημασία και η χθεσινή παρέμβαση του Αλέξη Τσίπρα – επίσης στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών – που μεταξύ άλλων υπογράμμισε και το γεγονός πως η χώρα δεν λειτουργεί ως μια «κανονική ευρωπαϊκή δημοκρατία».
Και πώς να είναι όταν η λογοδοσία αγνοείται;
Η επιλογή του Τσίπρα να συγκρουστεί μετωπικά με το κεντρικότερο, μητσοτακικής κοπής, κυβερνητικό αφήγημα της «σταθερότητας», δεν ήταν τυχαία. Διότι σταθερότητα δίχως λογοδοσία, δεν μπορεί να υπάρξει. Η πολιτική πρόταση που αρθρώνει το τελευταίο διάστημα με τις ολοέμνα και πιο πυκνές εμφανίσεις του ο πρώην πρωθυπουργός, δίνοντας ορθώς έμφαση στη μείωση των ανισοτήτων, στην ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, αλλά και στον επαναπροσδιορισμό της κακοποιημένης από την δεξιά ρητορική έννοιας της «πατριωτικής ευθύνης», δεν αφορά μόνο στην οικονομία με την στενή της έννοια. Κυρίως δείχνει το πόση σημασία έχει πια, η πολιτική βούληση για ρήξη, για την αποκατάσταση της χαμένης τιμής της Δικαιοσύνης.
Στην χώρα όμως των εύκολων εντυπωσιασμών και του δημόσιου διαλόγου με όρους του… «ωωω τι του ‘πε!», είναι εύκολο να διολισθήσει, να καταφύγει κανείς στην εύπεπτη αντιπολιτική. Να πει ότι «όλοι ίδιοι είναι» και να συμπεράνει ότι «τίποτα δεν αλλάζει». Αυτή, όμως, δεν είναι παρά η πιο βολική διέξοδος για ένα σύστημα σάπιο που αναζητά διαρκώς άλλοθι, αλλά κυρίως δηλώνει πως ούτε θέλει, ούτε πρόκειται να αλλάξει.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι πια το εάν η Δικαιοσύνη μπορεί να «κινηθεί». Μπορεί. Και το απέδειξε. Το ερώτημα είναι ποια πολιτικά πρόσωπα, ποιες πολιτικές δυνάμεις έχουν την θέληση να την στηρίξουν, γιατί η ορθή, ελεύθερη κι ανεξάρτητη λειτουργία της Δικαιοσύνης είναι και η αντανάκλαση των πολιτικών συσχετισμών – εκείνων που διαμορφώνουμε οι πολίτες. Οι οποίοι, ειδικά τώρα, ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΡΗΤΩΣ, να βγάζουμε την ουρά μας απ’ έξω, θεωρώντας πως οι διαμαρτυρίες αρκούν.
Δίχως πολιτική βούληση για ρήξεις, χωρίς μια καθαρή κατεύθυνση που να συγκρούεται με τις παθογένειες, καμία εισαγγελική παρέμβαση δεν αρκεί. Κι αυτό κατέστη σαφές στους Δελφούς – το περιέγραψε και η Κοβέσι. Η διαφθορά δεν αντιμετωπίζεται λοιπόν με – κάθε είδους – υπεκφυγές ή με κραυγές. Αντιμετωπίζεται αποκλειστικά και μόνο, με επιλογές. Πολιτικές επιλογές. Απ’ αυτές που κάνουν οι πολιτικοί. Απ’ αυτές όμως που πρώτα απ’ όλα κάνουμε και οι πολίτες.
Δεν υπάρχουν σχόλια