....

....

Ανοίγοντας την πραγματική συζήτηση

Η χώρα έχει ανάγκη μια συγκροτημένη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης που να εκπροσωπεί την κοινωνική πλειοψηφία. Το μανιφέστο του Ινστιτούτου Τσίπρα συνεισφέρει στον αναγκαίο διάλογο θέτοντας τη βάση.

  02 Μαΐου 2026, 08:37

Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Σε πείσμα της προσπάθειας της κυβέρνησης να πείσει ότι «ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο», η πραγματικότητα είναι ότι η χώρα είναι σε μια αδιέξοδη και καθοδική πορεία.

Η όποια αναπτυξιακή δυναμική υπήρχε φαίνεται να εξαντλείται και το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης θα επιφέρει σοβαρή επιβράδυνση. Οι ανισότητες οξύνονται και οι ονομαστικές αυξήσεις των μισθών ακυρώνονται από τον πληθωρισμό. Το «επιτελικό κράτος» εξελίσσεται σε «κράτος-συμμορία» και οι θεσμοί περνούν μια βαθιά κρίση, την ώρα που η διαφθορά εξελίσσεται σε μέθοδο διακυβέρνησης. Η εξωτερική πολιτική δεν έχει ούτε σχέδιο, ούτε χώρο για αυτοδύναμη πορεία της χώρας ή για πολιτική αρχών και πρωτίστως προσπαθεί να «εξυπηρετήσει» τους συμμάχους χωρίς ποτέ να τους ασκεί κριτική. Η χώρα κατρακυλάει εντός της Ευρώπης με την πραγματική σύγκλιση να παραμένει πολύ μακρινός στόχος, οι επενδύσεις που προσελκύονται είναι κυρίως μη παραγωγικές και η δημόσια ερευνητική υποδομή της χώρας υπονομεύεται προς όφελος ιδιωτικών συμφερόντων που εμπορεύονται αμφίβολης ποιότητας «πτυχία».

Πάνω από όλα αυτή τη στιγμή στη χώρα δεν προσφέρεται άλλο όραμα από τη συνέχιση της σημερινής κατάστασης, δηλαδή μιας συνθήκης που απλώς αποκαρδιώνει τη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας και πρωτίστως τους εργαζομένους και τη μεσαία τάξη και δεν προσφέρει πραγματικό μέλλον στη νεολαία. Μιας συνθήκης που απλώς υπόσχεται μια διαρκώς καθοδική πορεία για τη χώρα, εξασφαλίζοντας μόνο κάποια «μεγάλα συμφέροντα» που θα συνεχίσουν να κερδοσκοπούν.

Μέχρι τώρα απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα δεν έχει υπάρξει ένα αντίπαλο δέος. Φαίνεται αυτό και στις δημοσκοπήσεις που καταγράφουν ότι η Νέα Δημοκρατία δεν έχει καμία πιθανότητα να πετύχει όχι μόνο την αυτοδυναμία, αλλά ακόμη και ένα ποσοστό 30%, όμως την ίδια στιγμή δεν δείχνουν να υπάρχει ακόμη ένας πολιτικός σχηματισμός που να μπορεί να πάρει την εξουσία και να ασκήσει τη διακυβέρνηση.

Αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό αποκαλυπτικό για τα πραγματικά όρια της σημερινής αντιπολίτευσης, η οποία μπορεί να καταγγέλλει τη μία ή την άλλη κυβερνητική επιλογή ή να αναδεικνύει το πολύ σοβαρό πρόβλημα διαφθοράς ή την υπονόμευση του κράτους δικαίου, όμως την ίδια στιγμή δεν διατυπώνει επί της ουσίας πειστική εναλλακτική πρόταση. Εκφράζει αιτήματα ή συνθήματα που μεταφράζουν την αποδοκιμασία της κοινωνίας, όχι όμως και μια πρόταση διακυβέρνησης που θα μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα σε μια πραγματικά διαφορετική πορεία.

Αυτό οφείλεται σαφώς και στο γεγονός ότι οι σημερινοί σχηματισμοί της αντιπολίτευσης βρίσκονται σε κρίση αδυνατώντας να είναι προγραμματικά εργαστήρια για ένα διαφορετικό τρόπο διοίκησης και άσκησης της εξουσίας  ικανό να βγάλει τη χώρα από τα σημερινά αδιέξοδα.

Ακόμη χειρότερα: ακριβώς επειδή δεν μπορούν να παίξουν αυτόν τον ρόλο, δεν καταφέρνουν και να έχουν τον αναγκαίο «μορφωτικό» ρόλο απέναντι στην κοινωνία, δηλαδή να εξηγήσουν και να πείσουν ότι τα πράγματα μπορούν να κινηθούν σε μια διαφορετική κατεύθυνση. Όμως, αυτό δεν επιτρέπει στη δυσαρέσκεια να μετατραπεί σε προσδοκία για μια διαφορετική κατεύθυνση, σε ελπίδα για αλλαγή και σε πεποίθηση ότι μια διακυβέρνηση που θα σέβεται τις ανάγκες της κοινωνίας είναι εφικτή.

Σε ένα τέτοιο δυστοπικό τοπίο αποκτά ξεχωριστή σημασία το προγραμματικό κείμενο που έδωσε στη δημοσιότητα το Ινστιτούτο Τσίπρα, με τίτλο «Η κυβερνώσα Αριστερά της νέας εποχής».

Πρώτα από όλα γιατί αποφεύγει τον πειρασμό μιας γενικόλογης γλώσσας που υπακούει περισσότερο στην επικοινωνία και πολύ λιγότερο στην ουσία.

Δεύτερο, γιατί περιγράφει την πραγματική πρόκληση, δηλαδή την ανάγκη να υπάρξει μια σύγχρονη κυβερνώσα Αριστερά, δηλαδή μια πολιτική δύναμη που να έχει καθαρές θέσεις υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης και της δημοκρατίας και ταυτόχρονα να είναι έτοιμη να ασκήσει την κυβερνητική εξουσία και να μην περιοριστεί απλώς στη διαμαρτυρία.

Τρίτον, γιατί δείχνει ποιες είναι οι πολιτικές δυνάμεις και τα ιδεολογικά ρεύματα που θα πρέπει σήμερα να βρουν τον τρόπο να συνεννοηθούν και να αποτελέσουν μια σύγχρονη δημοκρατική και προοδευτική παράταξη: η σοσιαλδημοκρατία, η ριζοσπαστική και κινηματική αριστερά και η οικολογία.

Τέταρτον, γιατί επιμένει ταυτόχρονα στην ανάγκη της βαθιάς αλλαγής και του μετασχηματισμού και ταυτόχρονα στην επίγνωση ότι αυτό απαιτεί και έναν ρεαλισμό.

Πέμπτο, γιατί προσπαθεί να χαράξει έναν διαφορετικό αναπτυξιακό δρόμο για την ελληνική οικονομία και κοινωνία, όπου οι διαφορετικές πλευρές, από την αναδιανομή εισοδήματος και την έμφαση σε επενδύσεις σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας μέχρι την Πράσινη Μετάβαση και την αναμέτρηση με τις μεγάλες προκλήσεις της ψηφιακής εποχής, ενσωματώνονται σε μια συνολική οπτική που στο κέντρο της έχει τους εργαζομένους, την αγροτιά και την μεσαία τάξη δηλαδή τις κοινωνικές δυνάμεις που μοχθούν και αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής κοινωνίας.

Πάνω από όλα αυτό το μανιφέστο έχει αξία γιατί προσπαθεί να επαναφέρει στο επίκεντρο την πραγματική πολιτική. Να υπενθυμίσει ότι πολιτική σημαίνει συγκεκριμένες αξίες και όχι απλώς τεχνοκρατική αργκό, εντυπωσιακούς «αριθμούς» και επιλογές που τις υπαγορεύουν οι «αγορές». Αξίες όπως η κοινωνική ισότητα, η δικαιοσύνη και η αλληλεγγύη, μην παραλείποντας να υπενθυμίσει ότι χρειάζεται και μια πραγματική αποκατάσταση της δημοκρατίας της χώρας, που βάναυσα έχει προβληθεί από το μη-ήθος της σημερινής κυβέρνησης.

Προφανώς και ένα τέτοιο μανιφέστο δεν θα μπορούσε να είναι πλήρες. Αυτό θα απαιτήσει έναν ευρύτερο διάλογο με την κοινωνία, με τα κοινωνικά κινήματα, με το επιστημονικό δυναμικό της χώρας, αλλά και την υγιή επιχειρηματικότητα και αξιοποίηση της συλλογικής εμπειρίας και γνώσης που έχουν. Όμως, κάνει το κρίσιμο πρώτο αποφασιστικό βήμα, για να μπορέσει να γίνει η συζήτηση πάνω στις πραγματικές της βάσεις. Και με το βλέμμα στραμμένο στην κοινωνία και την αγωνία της.

in.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.