Περιμένοντας το Κραχ;
Μόλις ξεπεραστεί ένα κρίσιμο όριο, θα ακολουθήσει μια οικονομική διόρθωση τόσο βάναυση όσο ξέφρενο ήταν το μέχρι τότε παραλήρημα
-Του οικονομολόγου Φρεντερίκ Λορντόν, περισσότερο γνωστού στην Ελλάδα από το βιβλίο του Σκοτώνουν τους Έλληνες, Χρονικά του Ευρώ 2015- (Μετάφραση από το koutipandoras.gr – Πηγή: newleftreview.org/sidecar)
Τι είναι μια φούσκα; Είναι μια συλλογική πίστη. Και το «σκάσιμό» της είναι η κατάρρευση αυτής της πίστης. Η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει δημιουργήσει δύο φούσκες. Υπάρχει μια φούσκα στο χρηματιστήριο – οι δύο πιο γνωστοί παίκτες, η OpenAI και η Anthropic, αναμένεται να εκδώσουν για πρώτη φορά μετοχές (IPOs) προαναγγέλλοντας αστρονομικές κεφαλαιοποιήσεις αγοράς περίπου 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων η καθεμία. Αυτό, ωστόσο, υποστηρίζεται από μια πιστωτική φούσκα, η οποία προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη ανησυχία. Οι καταρρεύσεις στο χρηματιστήριο συχνά είναι μάλλον θεαματικές παρά καταστροφικές – καθώς προκαλούν απώλειες στην αξία περιουσιακών στοιχείων – ενώ οι πιστωτικές φούσκες, όταν σκάσουν, πυροδοτούν μια σειρά από αθετήσεις πληρωμών σε όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Και οι δύο φούσκες δημιουργούνται από μια συλλογική πεποίθηση αρκετά ισχυρή ώστε να διατηρήσει μια κινητοποίηση κεφαλαίου άνευ προηγουμένου στην ιστορία του καπιταλισμού. Ας δεχτούμε ότι οι Αμερικανοί καπιταλιστές γνωρίζουν ένα-δυο πράγματα για το πώς να σερβίρουν ένα παραμύθι, δηλαδή να δημιουργήσουν μια πεποίθηση. Αυτή τη φορά, δεν έχουν καταβάλει μικρή προσπάθεια, προτείνοντάς μας τα πλέον μεγαλειώδη οράματα, αν και με έναν ασυνήθιστο και παράδοξο τρόπο: πείθοντας την ανθρωπότητα για τους τρομερούς, σχεδόν υπαρξιακούς κινδύνους του προϊόντος που πωλούν. Ο επικεφαλής της Anthropic, Dario Amodei, έχει τελειοποιήσει αυτό το ρητορικό ύφος, το οποίο υπό το πρόσχημα της μεταμέλειας μεταφέρει ένα εντελώς ιδιοτελές μήνυμα:
1) Η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί έναν τεράστιο κίνδυνο, που σημαίνει ότι είναι ένα εργαλείο πρωτοφανούς ισχύος, πράγμα που θα έπρεπε να σας ενδιαφέρει πολύ·
2) Έχω δημιουργήσει ένα τέρας, αλλά το παραδέχομαι, επομένως η συνείδησή μου είναι καθαρή (αγοράστε λοιπόν από εμένα για να πάρετε μια δόση αρετής μαζί με το θανατηφόρο όπλο σας)·
3) Η κυβέρνηση του Ελεύθερου Κόσμου έχει πλέον ειδοποιηθεί πως αυτό το όπλο δεν πρέπει να πέσει στα χέρια κανενός άλλου – των Κινέζων, ας πούμε; Τι φρίκη! – ενώ τα δικά μου χέρια, όπως ανέφερα, είναι καθαρά·
4) Δεδομένης της κοσμοϊστορικής σημασίας όλων αυτών, αν τα πράγματα πάνε άσχημα οικονομικά, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μας επιτραπεί να φαλιρίσουμε όπως μια μικρή Lehman Brothers.
Είναι ο τέλειος θρύλος: το μέλλον της ανθρωπότητας διακυβεύεται, οι κακοί δεν πρέπει να κερδίσουν. Φυσικά, ένας θρύλος δεν αποτελεί επιχειρηματικό μοντέλο. Ως τώρα, έχει αρκέσει μόνο για να κάνει ένα ξόρκι, και τι ξόρκι: από το 2020, οι «Πέντε Μεγάλες» – Microsoft, Google, Oracle, Meta και Amazon – έχουν ρίξει στο καζάνι 1,9 τρισεκατομμύρια δολάρια. Πλέον, ωστόσο, πρέπει να υπάρξουν και αποδόσεις, αν όχι σύντομα, κάτι που δεν προβλέπεται, έστω εντέλει, και σε μια κλίμακα ανάλογη προς την επένδυση. Όσοι εξέφρασαν σκεπτικισμό επικρίθηκαν ως γκρινιάρηδες, ξενέρωτοι, ανίκανοι να βιώσουν τον ενθουσιασμό του θαύματος, να οραματιστούν το μεγάλο πολιτισμικό άλμα της εποχής μας. Για πόσο καιρό μπορεί η συλλογική πίστη στην Τεχνητή Νοημοσύνη να αντέξει τις περί του αντιθέτου ενδείξεις; Η απάντηση: για πολύ καιρό, αλλά όχι για πάντα – ειδικά όταν τα προειδοποιητικά σημάδια αρχίζουν, όπως συμβαίνει τώρα, να πολλαπλασιάζονται. Μπορεί κάλλιστα να γινόμαστε μάρτυρες της έναρξης της διάβρωσης αυτής της πίστης. Μόλις ξεπεραστεί ένα κρίσιμο όριο, θα ακολουθήσει μια οικονομική διόρθωση τόσο βάναυση όσο ξέφρενο ήταν το μέχρι τότε παραλήρημα.
Μπορούν οι προβλέψεις για την απόδοση να δικαιολογήσουν τη διάθεση κεφαλαίων; Η μοίρα όλων εξαρτάται από αυτό: Τους “hyperscalers” –τους πάροχους υπηρεσιών cloud που κατασκευάζουν τεράστια εργοστάσια για τη συλλογή, τη φιλοξενία και την επεξεργασία δεδομένων: AWS, Google, Microsoft, Oracle, Meta– και τα εργαστήρια Τεχνητής Νοημοσύνης, που έχουν δεσμευτεί να καταναλώνουν τσιπ και υπολογιστική ισχύ σε τέτοια κλίμακα. Η Anthropic έχει αναλάβει δεσμεύσεις 330 δισ. δολαρίων στην Google, την AWS και τη Microsoft έως το 2029, ενώ η OpenAI έχει αναλάβει δεσμεύσεις 852 δισ. δολαρίων στην AWS, την CoreWeave, την Cerebras, την Oracle, τη Microsoft και κάποιες ακόμα εταιρίες έως το τέλος του 2030. Τέτοια τεράστια ποσά προορίζονται να γίνουν πρωτοσέλιδα, τροφοδοτώντας τη συλλογική πίστη στον καθοριστικό για την εποχή μας χαρακτήρα της Τεχνητής Νοημοσύνης. Ωστόσο, το νομικό καθεστώς και η λογιστική καταγραφή αυτών των «δεσμεύσεων» (στα γαλλικά είναι engagements) είναι εξαιρετικά ασαφή – κυμαίνονται από νομικά δεσμευτικές συμβάσεις έως απλές προθέσεις, εξτραβαγκάντ φαντασιώσεις και διαγαλαξιακών οριζόντων εξαγγελίες.
Κάποια στιγμή όλα αυτά θα πρέπει να επιστρέψουν στην Γη. Και όπως και να λύσει το ζήτημα η πραγματικότητα, θα υπάρξουν θύματα. Αν τα εργαστήρια τεχνητής νοημοσύνης κληθούν να ψάξουν τις τσέπες τους, χωρίς η ζήτηση να κινείται ως έχει, αυτό θα σημάνει την καταστροφή τους. Αν οι hyperscalers βρεθούν να «στεγνώνουν», ούτε αυτό θα έχει καλή κατάληξη. Και αυτό, επειδή έχουν ήδη δεσμεύσει κεφάλαια 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων και σχεδιάζουν να τραβήξουν πολύ περισσότερα τα επόμενα χρόνια (ο στόχος είναι 5,3 τρισεκατομμύρια δολάρια για την περίοδο 2025-30, σύμφωνα με την Goldman Sachs). Κανείς δεν γνωρίζει το ακριβές ποσοστό των σταθερών δεσμεύσεων, επειδή ούτε η Anthropic ούτε η OpenAI είναι ακόμη εισηγμένες στο χρηματιστήριο. Αυτό που γνωρίζουμε είναι τα στοιχεία για τους πρόσφατους κύκλους άντλησης κεφαλαίων: 95 δισεκατομμύρια δολάρια για την Anthropic φέτος, 122 δισεκατομμύρια δολάρια για την OpenAI, ποσά που εξακολουθούν να αφήνουν ένα μεγάλο χρηματοδοτικό κενό- για αυτοχρηματοδότηση ούτε λόγος, αφού προς το παρόν [σ.μ. οι Anthropic και OpenAI] έχουν τεράστιες ζημίες. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο Jensen Huang, ο επικεφαλής της Nvidia – και ας μην ξεχνάμε ότι αυτός είναι που προμηθεύει τα τσιπ που τροφοδοτούν ολόκληρη αυτή τη βιομηχανία – επεσήμανε ότι, με βάση ένα κόστος 80 έως 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων ανά γιγαβάτ ισχύος, τα σχεδιαζόμενα κέντρα δεδομένων θα καταλήξουν να κοστίζουν όχι τα 5,3 τρισεκατομμύρια δολάρια που προβλέπει η Goldman Sachs, αλλά κάπου μεταξύ 9,5 και 15 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Και αυτός, άλλωστε, έχει τη δική του επένδυση να αποσβέσει.
Έτσι, αντιμετωπίζουμε μια εξίσωση με μία μεταβλητή και μία παράμετρο. Η μεταβλητή: η ζήτηση. Η παράμετρος: η χρηματοδότηση, η οποία θα μας δώσει χρόνο μέχρι η μεταβλητή να καταδεχτεί να έρθει. Σαφώς, η ζήτηση είχε στην αρχή ιλιγγιώδη αύξηση, καθώς τροφοδοτήθηκε από παράλογη ευφορία. Κανείς δεν μπορεί να μη συμμετάσχει σε μια επανάσταση! – ειδικά σε μια καπιταλιστική. Σε αυτό το στάδιο, η «φόρα» οφειλόταν στην προώθηση και το “hype”. Στη συνέχεια ήρθε το αρχικό κύμα χρήσης, συνοδευόμενο από εκστατικό δέος για τη δύναμη της Τεχνητής Νοημοσύνης. Ωστόσο, το πρόβλημα προέκυψε όταν εμφανίστηκε και μια πιο «προσγειωμένη» ή «ρηχή» οπτική, κυρίως εκείνη των οικονομικών τμημάτων των εταιρειών, τα οποία δεν μπορούν να περιμένουν για πολύ για θαύματα, ειδικά όταν τα νούμερα «δεν βγαίνουν». Έχοντας αρχικά εθίσει τους πελάτες τους με δωρεάν πρόσβαση, τα εργαστήρια Τεχνητής Νοημοσύνης άρχισαν να χρεώνουν τις εταιρείες στη βάση σταθερών συνδρομών. Σε αυτό το σημείο, οι δαπάνες ήταν ακόμα προβλέψιμες. Μόλις όμως επετεύχθη ένα επόμενο στάδιο εθισμού, το σύστημα τιμολόγησης ξαφνικά συνδέθηκε με την χρήση, δηλαδή, τα tokens – τη θεμελιώδη μονάδα που τροφοδοτεί τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (LLMs). Αυτή η απροειδοποίητη αλλαγή οδήγησε σε εκτόξευση του κόστους της Τεχνητής Νοημοσύνης, αφήνοντας τα οικονομικά τμήματα εντελώς εμβρόντητα.
Η Uber, για παράδειγμα, ανακάλυψε ότι ο προβλεπόμενος ετήσιος προϋπολογισμός της για την Τεχνητή Νοημοσύνη είχε εξανεμιστεί σε ένα μόνο τρίμηνο. Αυτό δεν ήταν έκπληξη: ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε η ΤΝ είχε πετύχει να πείσει τους υπαλλήλους ότι για να αποτελέσουν μέρος της ένδοξης νέας εποχής και να ενισχύσουν την προσωπική τους παραγωγικότητα, καλά θα έκαναν να την υιοθετήσουν. Για να τους παρακινήσει περαιτέρω, εφευρέθηκε μια νέα έννοια – το «tokenmaxxing» (ένα σημάδι αληθινής πίστης), μαζί με κατατάξεις και τιμητικές διακρίσεις για όσους έκαναν tokenmaxxing πιο αποτελεσματικά. Ως αποτέλεσμα, οι εργαζόμενοι ρίχτηκαν σε αυτό με ενθουσιασμό, τόσο πολύ που οι ίδιες οι εταιρείες που τους είχαν βάλει σε φρενίτιδα αναγκάστηκαν να τραβήξουν χειρόφρενο. Σε αυτές περιλαμβάνονταν κολοσσοί όπως η Amazon και η Meta. Η χρήση της ΤΝ από τους υπαλλήλους αποφασίστηκε να περιοριστεί μέχρι να υπάρξει μια πιο ξεκάθαρη εικόνα. Η εικόνα ωστόσο, κάθε άλλο παρά ξεκαθαρίζει. Οι δαπάνες μπορούν να αξιολογηθούν μόνο εκ των υστέρων, και η όποια αύξηση ή μείωση της παραγωγικότητας είναι ασυνεχής και αδιαφανής ως προς τις αιτίες της. Οι εταιρείες είναι πρόθυμες να επενδύσουν στην Τεχνητή Νοημοσύνη, αλλά αξιώνουν να μπορούν τουλάχιστον να δουν πώς αποδίδει η επένδυσή τους – κάτι που, προς το παρόν, είναι τόσο διαυγές όσο μια δεξαμενή με μαζούτ.
Είναι απίθανο να υπάρξει διασαφήνιση σύντομα, ειδικά όσον αφορά την τιμολόγηση, η οποία φάνηκε αξιοσημείωτα κυμαινόμενη. Τον Ιούνιο, η Wall Street Journal ανέφερε ότι η OpenAI σκοπεύει να μειώσει δραστικά τις τιμές των token, σαφώς μια κίνηση για να αποσπάσει μερίδιο της αγοράς από την Anthropic. Ωστόσο, όπως και ο αντίπαλός της, η OpenAI κόπτεται για έσοδα. Αν τίποτα άλλο δεν αλλάξει, η μείωση των τιμών δε θα βοηθήσει από αυτή την άποψη. Ανεξάρτητα από το πόσο ελαστική είναι, η συνολική ζήτηση καθορίζεται τελικά από τις εταιρείες που καταναλώνουν Τεχνητή Νοημοσύνη. Και δεδομένης της τρέχουσας αβεβαιότητας, επικρατεί η επιφυλακτικότητα.
Επιπλέον, κάποιος θα μπορούσε κάλλιστα να αμφισβητήσει πόσο σοβαρός είναι ο πόλεμος τιμολόγησης μεταξύ OpenAI και Anthropic – και, σε περίπτωση κλιμάκωσης, ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες. Σίγουρα θα υπάρξει ζημιά, όχι για τους hyperscalers (που δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για την προέλευση της ζήτησης, εφόσον είναι ισχυρή), αλλά για τους πιστωτές και τους μετόχους που υποστήριξαν τον ηττημένο. Αλλά η σύγκρουση μοιάζει περισσότερο με αψιμαχία σε παιδική χαρά παρά με τη Μάχη του Γκουανταλκανάλ. Οι πραγματικές εχθροπραξίες βρίσκονται αλλού: ο κινεζικός ανταγωνισμός. Παρά το γεγονός ότι αντιμετωπίζουν διπλό εμπάργκο (τόσο εσωτερικό όσο και εξωτερικό) και περιορισμένη πρόσβαση σε τσιπ της Nvidia, οι Κινέζοι, αξιοποιώντας στο έπακρο τον «δημιουργικό περιορισμό», έχουν αναπτύξει LLMs που μπορεί να είναι λιγότερο εξελιγμένα (αν και αυτό είναι αμφισβητήσιμο) αλλά είναι καλύτερα προσαρμοσμένα στις πραγματικές ανάγκες των καταναλωτών. Άλλωστε, δεν χρειάζονται όλοι την Τεχνητή Νοημοσύνη για να γράψουν μια διατριβή για τον Λακάν ή για να αποδείξουν την υπόθεση Ρίμαν. Είτε μπορούμε είτε όχι να έχουμε μια καλή εικόνα από το μαύρο κουτί της κινεζικής Τεχνητής Νοημοσύνης, ένα πράγμα είναι σίγουρο: το DeepSeek μπόρεσε να προσφέρει σχεδόν ισάξια Τεχνητή Νοημοσύνη, σε τιμές που αψηφούν κάθε ανταγωνισμό. Η διαφορά στην τιμή των κινεζικών και των αμερικανικών υπηρεσιών ΤΝ είναι ανάλογη προς τη διαφορά μεταξύ των κεφαλαιουχικών δαπανών της Κίνας και των ΗΠΑ. Η αναλογία είναι 1 προς 10: 57 δισεκατομμύρια δολάρια για την Κίνα το 2025, σε σύγκριση με 443 δισεκατομμύρια δολάρια για τις ΗΠΑ. Οι εκτιμήσεις για το 2027 ανέρχονται σε 157 δισεκατομμύρια δολάρια έναντι 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων. Φαίνεται ότι στην Κίνα, ελλείψει τρισεκατομμυρίων δολαρίων, μπαίνουν στον κόπο να σκεφτούν πραγματικά.
Το λανσάρισμα του DeepSeek χαιρετίστηκε ως «κεραυνός» – ωστόσο, το ότι έπεσε κεραυνός ξεχάστηκε αμέσως. Όλοι επέστρεψαν στο κυρίαρχο σύμβολο της πίστης: την υπεροχή της τεχνητής νοημοσύνης που κατασκευάζεται στις ΗΠΑ. Αυτή η κατάσταση άρνησης δεν μπορούσε να διαρκέσει πολύ. Μετά από μια αρχική άνοδο που ακολουθήθηκε από μια παύση (η περίοδος άρνησης), η εβδομαδιαία ζήτηση για κινεζικά tokens σύντομα αυξήθηκε από 5 σε 20 τρισεκατομμύρια σε έναν μόνο μήνα, αφήνοντας τα αμερικανικά μοντέλα να τρώνε σκόνη στα 5 τρισεκατομμύρια. Η εξαιρετικά χαμηλή τιμολόγηση των κινεζικών tokens θα έπρεπε να βγάλει τους πιστούς από την εφησυχασμό τους, καθώς αυτό που διακυβεύεται δεν είναι τίποτα λιγότερο από την πιθανή κατάρρευση ενός «επιχειρείν» 5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Η Goldman Sachs – ενεργώντας όπως για το Βατικανό η Ρωμαϊκή Δικαστηρία για το Δόγμα της Πίστης – μπορεί κάλλιστα να φουντώσει τις φλόγες του ενθουσιασμού προβλέποντας μια μετατόπιση από την απλή τεχνητή νοημοσύνη του «τσατ» στην «υποκειμενική» τεχνητή νοημοσύνη και προβλέποντας μια έκρηξη στη μηνιαία ζήτηση token σε σχεδόν 120 τετράκις εκατομμύρια έως το 2030. Ωστόσο, παραδόξως, έχουν παραλείψει το κρίσιμο ερώτημα: ποιος θα κυριαρχήσει αυτήν την αγορά;
Σε αντίθεση με το όργανο του Βατικανού, ωστόσο, η Δικαστηρία της Goldman Sachs δεν είναι συμπαγής. Η ποικιλομορφία των απόψεων είναι ανεκτή στην Glodman Sachs- αν και αυτό δεν είναι τόσο σημάδι ακεραιότητας όσο της ποικιλομορφίας των επιμέρους κερδοσκόπων. Μπορεί κανείς να θυμηθεί ότι κατά την κορύφωση των ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου, ο βραχίονας πωλήσεων της Glodman Sachs ξεφόρτωνε τοξικά περιουσιακά στοιχεία σε απλούς πελάτες, ενώ το ιδιόκτητο γραφείο συναλλαγών της σορτάριζε με τόλμη την αγορά. Δεν αποτελεί αντίφαση, λοιπόν, να την ακούμε τώρα να δελεάζει με την προοπτική τετρακισεκατομμυρίων σε tokens, ακριβώς τη στιγμή που ένας από τους εσωτερικούς στρατηγικούς της αναλυτές προβλέπει ότι ένα μεγάλο μερίδιο θα κατευθυνθεί στην Κίνα και την Ιαπωνία. Σαν να ήθελε να τον βγάλει σωστό – και με ελάχιστο σεβασμό για τις τρέχουσες συνεργασίες της με τις ΗΠΑ – η Microsoft ανακοίνωσε ανέμελα την αντικατάσταση προϊόντων της OpenAI και της Anthropic με το DeepSeek. Ο αναλυτής της Goldman επιμένει ότι «οι μεγάλοι πάροχοι κεφαλαίων είναι υπερεκτεθειμένοι σε κινδύνους» και υποστηρίζει ότι «η δημιουργία αξίας για τους μετόχους θα εξυπηρετούνταν καλύτερα με την κατανομή λιγότερων κεφαλαίων στην Τεχνητή Νοημοσύνη». Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι τα λιγότερα δεν αποτελούν επιλογή για το οικονομικό μοντέλο της αμερικανικής Τεχνητής Νοημοσύνης.
Πρέπει να εξετάσουμε το ζήτημα όχι μόνο από την πλευρά της ζήτησης, αλλά και από την πλευρά των παρόχων κεφαλαίου που ποντάρουν σε αυτήν την επιχείρηση των 5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας θα πρέπει να είναι σε θέση να αξιολογήσει την εγκυρότητα των ισχυρισμών ότι μια καινοτομία είναι «πρωτοποριακή», να καθορίσει τους χρονικούς της ορίζοντες και τη βιωσιμότητα της απαιτούμενης οικονομικής υποστήριξης. Ωστόσο, ούτε η ευθυκρισία ούτε η λελογισμένη ορθολογικότητα είναι μεταξύ των καθοριστικών χαρακτηριστικών της νεοφιλελεύθερης μορφής χρηματοδότησης. Το είδαμε αυτό να εκτυλίσσεται με τη «Νέα Οικονομία» (ένα γκροτέσκο όνομα που έχουμε ξεχάσει έκτοτε) της φούσκας του dot-com. Εδώ είμαστε ξανά…
Εισερχόμαστε σε επικίνδυνο έδαφος. Και ξέρουμε ποια συνεισφορά να περιμένουμε από τους βασικούς παίκτες: τίποτα. Η OpenAI και η Anthropic, που αιμορραγούν χρήμα, δεν έχουν ακόμη δημιουργήσει ούτε ένα σεντς κέρδους. Όσο για τους hyperscalers, ούτε αυτοί βρίσκονται σε καλή κατάσταση. Οι Financial Times εκτιμούν – «υπό τις πιο γενναιόδωρες υποθέσεις» – ότι, με εξαίρεση την Amazon, όλοι οι hyperscalers θα δουν αρνητικές αποδόσεις των επενδύσεων για την περίοδο 2025-30. Τα νούμερα για την Oracle δείχνουν ένα αποστομωτικό -35%. Πράγματι, για να διατηρήσουν τον οικονομικό ρυθμό, οι hyperscalers καταφεύγουν τώρα σε απροσδόκητα μέτρα – συμπεριλαμβανομένης της διακοπής των επαναγορών μετοχών, για τις οποίες προηγουμένως ξόδευαν κολοσσιαία ποσά για να κατευνάσουν τους μετόχους – και αρχίζουν να συσσωρεύουν χρέη.
Το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής υποστήριξης στην Τεχνητή Νοημοσύνη προέρχεται από εξωτερικές πηγές. Και αυτή η κάνουλα αναμένεται να κλείσει. Οι τράπεζες αρχίζουν να τα παρατάνε: μέχρι το τέλος του 2025, είχαν ήδη δεσμεύσει 450 δισεκατομμύρια δολάρια στο σύμπλεγμα Τεχνητής Νοημοσύνης, σύμφωνα με εκτίμηση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας του Σικάγο. Η Goldman Sachs Research σημειώνει ότι η χρηματοδότηση μέσω «ιδιωτικών αγορών» αναμένεται να γίνει ολοένα και πιο σημαντική. Σε αντίθεση με τις εξαγγελίες περί τετράκισεκατομμυρίων, εδώ βλέπουμε την διακριτική και κωδική γλώσσα που χρησιμοποιεί και το Βατικανό. Εδώ βρίσκεται το «σχέδιο χρηματοδότησης» της Τεχνητής Νοημοσύνης: αναζήτηση στα σκοτεινά. Κάποιοι είναι σίγουρα πρόθυμοι να προσφέρουν εθελοντικά – άλλωστε, η έλλειψη ρύθμισης είναι ο καλύτερος φίλος ενός αληθινού πιστού.
Η Goldman Sachs επαινεί τα ποικίλα τμήματα και τις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων που είναι έτοιμα να δεσμευτούν υπό το τολμηρό λάβαρο των «εναλλακτικών επενδύσεων». Εμπλέκονται τα πάντα: ιδιωτικά δάνεια, ιδιωτικά κεφάλαια, κεφάλαια που δρατηριοποιούνται στις υποδομές και τo real estate (τα ακίνητα είναι το κλειδί, δεδομένου του τεράστιου αποτυπώματος που απαιτείται για τα κέντρα δεδομένων). Τα όρια μεταξύ αυτών των εναλλακτικών λύσεων γίνονται ολοένα και πιο θολά, όπως και οι γραμμές που τις χωρίζουν από τους παράγοντες του ρυθμιζόμενου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οι τράπεζες αβαντάρουν αυτές τις οντότητες. Τα συνταξιοδοτικά ταμεία και οι ασφαλιστικές εταιρείες επενδύουν ένα μέρος των συνταξιοδοτικών αποταμιεύσεων σε αυτές, ενώ ορισμένες ασφαλιστικές εταιρείες μάλιστα τους δανείζουν – όποιος προλάβει. Κάθε γωνιά του χρηματοπιστωτικού κόσμου, είτε σκιώδης είτε φωτεινότερη, εμπλέκεται έτσι στη χρηματοδότηση της Τεχνητής Νοημοσύνης, ετοιμάζοντας τις συνθήκες για μια καταστροφή.
Αν το οικοδόμημα καταρρεύσει, οι επιπτώσεις θα είναι πράγματι καταστροφικές. Και πώς θα μπορούσαν να μην είναι; Η εξίσωση του επιχειρηματικού μοντέλου είναι θεμελιωδώς αστήρικτη: όλες οι επενδύσεις βασίζονται στις πιο απίθανες υποθέσεις σχετικά με τη ζήτηση. Ο χρηματοπιστωτικός κόσμος αρχίζει σιγά σιγά να το συνειδητοποιεί αυτό, όπως φαίνεται από μερικές επιφυλακτικές αποσύρσεις των τραπεζών αλλά και αντίστροφα, με εφορμήσεις σε αχαρτογράφητα εδάφη όπου η νεοφιλελεύθερη χρηματοδότηση δεν επιδεικνύει έλλειψη ενθουσιασμού ή φαντασίας. Η συμφωνία που προτάθηκε στην Anthropic από δύο ιδιωτικά πιστωτικά funds, την Apollo και την Blackstone, για να κρύψει το χρέος της θα μείνει στην ιστορία ως ένα κλασικό του είδους. Το «Big Sky», όπως είναι γνωστό το έργο – οι τύποι έχουν ποιητικές ανησυχίες – προσφέρει στην Anthropic πρόσβαση στα τσιπ της Broadcom μέσω μιας μίσθωσης 35 δισεκατομμυρίων δολαρίων που κρατά το χρέος εκτός του ισολογισμού της. Έχουμε φτάσει στο σημείο όπου πρέπει να αποφύγουμε να δώσουμε την εντύπωση υπερθέρμανσης, για να μην τρομάξουμε την αγορά. Ακολουθούν οι περίπλοκοι μηχανισμοί:
1) Η Apollo και η Blackstone δημιουργούν μια ad hoc οντότητα – ένα Όχημα Ειδικού Σκοπού (SPV) – από την αρχή.
2) Το όχημα χρηματοδοτείται με 35 δισεκατομμύρια δολάρια: 800 εκατομμύρια δολάρια από ιδιωτικά κεφάλαια και 34 δισεκατομμύρια δολάρια από ιδιωτικές πιστώσεις·
3) Το χρέος των 34 δισεκατομμυρίων δολαρίων αναλύεται περαιτέρω σε: δύο λεγόμενα ανώτερα τμήματα (τα ασφαλέστερα), ένα με αξιολόγηση A1 από την Moody’s (6 δισεκατομμύρια δολάρια) και ένα άλλο με αξιολόγηση A2 (24 δισεκατομμύρια δολάρια), συν ένα κατώτερο τμήμα 4 δισεκατομμυρίων δολαρίων·
4) Η συμφωνία παίρνει μια πραγματικά εξωτική τροπή όταν ανακαλύπτει κανείς ότι τα δύο ανώτερα τμήματα (συνολικά 30 δισεκατομμύρια δολάρια) είναι εγγυημένα από… την Broadcom, την ίδια την εταιρεία από την οποία θα μισθωθούν τα τσιπ. Αυτό σημαίνει ότι εάν η Anthropic (η οποία καταβάλλει τόκους στο Όχημα Ειδικού Σκοπού) αθετήσει τις υποχρεώσεις της, η Broadcom θα καλύψει την ζημία·
5) Επιπλέον, η Morgan Stanley – που αποτελεί σύμβουλο της Broadcom σε αυτή την επιχείρηση – προσέφερε επίσης γενναιόδωρα τις υπηρεσίες της και έδωσε δάνεια στους επενδυτές που επιθυμούν να αγοράσουν αυτούς τους τίτλους.
Τι θα μπορούσε να πάει στραβά; Τέτοιες πρακτικές αποτελούν το πιο σίγουρο σημάδι ότι ένας «πιστωτικός κύκλος» ξεκινά να ξεφεύγει από τις ράγες. Η προσφυγή σε τόσο εξεζητημένα σχήματα όσο αυτά τα δάνεια που υποστηρίζονται από τσιπ – και η Big Sky δεν είναι μια μεμονωμένη περίπτωση – δείχνει ότι υπάρχουν πάρα πολλά να κρυφτούν. Η Morgan Stanley έχει δημοσιεύσει εκτιμήσεις για τις εκτός ισολογισμού υποχρεώσεις των hyperscalers που είναι πραγματικά ανατριχιαστικές: ο συνδυασμός των Υπολειπόμενων Υποχρεώσεων Απόδοσης – δηλαδή, μελλοντικών δεσμεύσεων για την παροχή υπολογιστικής ισχύος με βάση την χωρητικότητα που δεν έχει ακόμη κατασκευαστεί – με άλλες υποχρεώσεις, όπως αυτές για την απόκτηση γης, κτιρίων και τσιπ, ανέρχεται συνολικά σε 1,8 τρισεκατομμύρια δολάρια. Όλα αυτά, φυσικά, εκτός ισολογισμού.
Κάποιος θα μπορούσε να ρωτήσει: πού πάνε στην πραγματικότητα όλα αυτά τα χρήματα; Ένα ερώτημα που φαίνεται ολοένα και πιο ρητορικό. Το οικονομικο-χρηματοπιστωτικό σύμπλεγμα της Τεχνητής Νοημοσύνης έχει γίνει ένα μπερδεμένο, αδιαπέραστο σύμπλεγμα. Η κατανόηση κάθε πτύχωσής του είναι μια τρομακτική πρόκληση. Ωστόσο, παντού βλέπει κανείς αδιέξοδα και απρόβλεπτες μεταβλητές που – όπως και να εξελιχθούν – θα έχουν τρομερές συνέπειες για ορισμένους, αν όχι για όλους. Και μέσα σε όλα αυτά, ο χρηματοπιστωτικός τομέας έχει μπει ως τα μπούνια, έχοντας παραβιάσει αδιάφορα κάθε όριο λογικής. Τώρα, ενώ είναι ο ίδιος βαθιά ανήσυχος, συνεχίζει να σπρώχνει στο κοινό την πίστη στην Τεχνητή Νοημοσύνη- μια πίστη που αρχίζει να κλονίζεται. Παράξενες συμπεριφορές, που καθοδηγούνται από επιδιώξεις που κατά καιρούς είναι διεστραμμένες και κατά καιρούς κρυφές, έρχονται στο φως. Ο Amodei δηλώνει απερίφραστα ότι, εάν το Anthropic δεν καταφέρει να φτάσει το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια σε έσοδα, δεν βλέπει τίποτα που θα μπορούσε να αποτρέψει την πτώχευση. Ο Σαμ Άλτμαν, το αφεντικό της OpenAI, ο οποίος καιγόταν νωρίτερα να εκδώσει μετοχές ώστε να αποφύγει να μείνει πίσω σε μια αγορά που είχε αποστραγγιστεί από την SpaceX και την Anthropic, κρίνει τώρα ότι είναι καιρός να το ξανασκεφτεί, να δοθεί λίγος χρόνος για να αποσαφηνιστεί η τιμολόγηση, ο ανταγωνισμός και η ζήτηση.
Πρόκειται για ξέχειλη πυριτιδαποθήκη – για την οποία αρκεί ένα σπίρτο. Όμως πλέον έχει εμφανιστεί ένα ολόκληρο σπιρτόκουτο. Πρώτον, τα αυξανόμενα επιτόκια. Πάρτε για παράδειγμα τα αμερικανικά έντοκα γραμμάτια, τα οποία ωθούνται υψηλότερα από τη νομισματική πολιτική που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση του αναμενόμενου πληθωρισμού από τη σύγκρουση στον Κόλπο. Μαζί με το επιτόκιο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας γύρω από το οποίο περιστρέφονται, οι αποδόσεις αυτών των εντόκων γραμματίων λειτουργούν ως σημείο αναφοράς για το κόστος δανεισμού σε ολόκληρο το σύστημα. Όσον αφορά την αύξηση των επιτοκίων, μερικές φορές δεν απαιτούνται και πολλά για να κλονιστεί ένα οικοδόμημα που βασίζεται στο spread μεταξύ των επενδυτικών αποδόσεων και του κόστους των δανεισμένων κεφαλαίων. Αυτό το spread δεν μπορεί να επιτραπεί να μειωθεί, πόσο μάλλον να γίνει αρνητικό. Μια λίγο υψηλότερη αύξηση των επιτοκίων, και αυτά τα στοιχήματα ξαφνικά κινούνται προς το κόκκινο, ωθώντας τους κερδοσκόπους να σπεύσουν να ξεπουλήσουν.
Έπειτα, υπάρχει και η κατάσταση στις αγορές μετοχών. Υπάρχει αυξανόμενη ανησυχία για το χρέος που χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση αγορών μετοχών, το οποίο χορηγείται εύκολα από τους μεσίτες μέσω των οποίων οι επενδυτές πραγματοποιούν τις συναλλαγές τους. Το λεγόμενο «χρέος περιθωρίου [margin debt]» είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από περιθωριακό: έχει φτάσει πλέον στο ιστορικό υψηλό των 1,4 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Τι θα συμβεί εάν οι αγορές μετοχών αντιστραφούν; Οι επενδυτές θα αντιμετωπίσουν τις διαβόητες κλήσεις περιθωρίου – το αίτημα ενός μεσίτη προς έναν πελάτη να καταθέσει πρόσθετες εγγυήσεις για να εξασφαλίσει ένα δάνειο, όταν τα περιουσιακά στοιχεία που υποστηρίζουν αυτό το δάνειο χάνουν αξία. Θα πρέπει εδώ να αναθεωρήσουμε την αρχική μας πρόταση: οι φούσκες της χρηματιστηριακής αγοράς δεν είναι ιδιαίτερα επικίνδυνες εφόσον παραμένουν αποσυνδεδεμένες από το πιστωτικό σύστημα. Γίνονται επικίνδυνες όταν δημιουργούν την πιθανότητα εμφάνισης αθετήσεων και ανάπτυξης ενός φρενήρους αγώνα για ρευστότητα. Για να καλύψουν τις ανάγκες χρηματοδότησης σε ένα τμήμα της αγοράς, οι επενδυτές πωλούν περιουσιακά στοιχεία σε ένα άλλο. Αυτή η αγορά, με τη σειρά της, δέχεται πιέσεις ρευστότητας, πυροδοτώντας περαιτέρω πωλήσεις αλλού, και ούτω καθεξής. Εάν το χρηματοπιστωτικό σύστημα βρίσκεται ήδη σε ένα κρίσιμο σημείο δομικής αστάθειας, αυτή η αλυσιδωτή αντίδραση μπορεί να το ωθήσει προς την κατάρρευση.
Τέλος, υπάρχει η πιθανότητα ενός σημαντικού περιστατικού. Μια αποτυχημένη έκδοση μετοχών (IPO) από ένα εργαστήριο Τεχνητής Νοημοσύνης. Μια συμβολικά σημαντική κατάρρευση της χρηματιστηριακής αγοράς – η SpaceX, για παράδειγμα, της οποίας το πολυδιαφημισμένο ντεμπούτο δεν κατάφερε να αποτρέψει την τιμή της μετοχής της, μετά από μια αρχική άνοδο, από το να ξεκινήσει την καθοδική της πορεία. Και, επιπλέον, υπάρχει η Oracle, η οποία λαξεύει μια μυθική πτώχευση, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει μια αλυσιδωτή αντίδραση: -35% απόδοση επένδυσης, χρέος πέντε φορές το μέγεθος των ιδίων κεφαλαίων της και σχέδια για απολύσεις προσωπικού σε ομάδες των 10.000, φαινομενικά στο όνομα ενός τεράστιου άλματος παραγωγικότητας που βασίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη, αλλά στην πραγματικότητα ένα απεγνωσμένο μέτρο για την αποκατάσταση της ταμειακής ροής και την αποτροπή της χρεοκοπίας. Η κατάρρευση της Oracle θα ήταν το είδος του γεγονότος που παρατηρείται σε κάθε μεγάλη οικονομική κρίση: η στιγμή που το ξόρκι σπάει ξαφνικά και μια πίστη- υπονομευμένη εκ των έσω και τώρα πολύ εύθραυστη – καταρρέει. Και τότε η άτακτη φυγή γενικεύεται.
(Πηγή: newleftreview.org/sidecar)
Δεν υπάρχουν σχόλια