Η Συμπαράταξη των Προθύμων
Του Γιώργου Τραπεζιώτη
14/10/2026
- Εκεί στην Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ.), ας αρχίσουν να αντιλαμβάνονται, σιγά σιγά, πως η πολλή «κομιλφίλα» και οι πολλές «αστικοευγένειες», όπως ορίζονται και επιχειρείται να τους επιβληθούν από τα γνωστά πολιτικά και μιντιακά κέντρα, δεν στοχεύουν σε τίποτε άλλο παρά να τους οδηγήσουν στο πολιτικό περιθώριο. Άλλωστε, ακριβώς πρακτικές σαν κι αυτές – που δεν είναι άλλες από το «εμείς θα κάνουμε ό,τι θέλουμε, εσείς θα μιλάτε ευγενικά» – συνέβαλαν όλα αυτά τα χρόνια, στο να φτάσουν τα πράγματα έως εδώ. Στο μη παρέκει. Οικονομικά και πολιτικά. Και σε βάρος της κοινωνίας.
Συγχρόνως, ας μην μπερδεύουν και οι όποιοι «απέναντι» τον πολιτισμό στον οποίο ομνύουν στον δημόσιο διάλογο, με την πολιτική υποκρισία. Γιατί άλλο η αυτονόητη απαίτηση για πολιτικό πολιτισμό και άλλο η επιβολή κανόνων ευπρέπειας α λα καρτ, ανάλογα με το ποιος μιλά, τι λέει και κυρίως ποιον ενοχλεί.
Απέναντι λοιπόν από τη νεότευκτη πολιτικά ΕΛ.Α.Σ. διαμορφώνεται, συσπειρώνεται και διεκδικεί ρόλο μια άλλη… Συμπαράταξη. Η «Συμπαράταξη των Προθύμων». Μια παράδοξη σύμπλευση πολιτικών και επικοινωνιακών παραγόντων, επαγγελματιών της επιλεκτικής «αντικειμενικότητας» και λογαριασμών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που τροφοδοτούν την πολιτική σπέκουλα. Μια σύμπλευση που, με διαφορετικούς ρόλους και μέσα, συμβάλλει η καθεμιά στη διαμόρφωση ενός συγκεκριμένου κλίματος απέναντι στον νέο πολιτικό σχηματισμό. Και είναι σαφές πως δεν θα περιοριστεί στην στόχευση δια του αιτήματος καταδίκης ενός άρθρου ή κάποιου χαρακτηρισμού. Ποτέ δεν τους ενδιέφερε αυτό.
Άλλωστε το διακύβευμα είναι μεγαλύτερο και είναι σαφές πως αφορά στην οριστική πολιτική απομόνωση ενός ολόκληρου χώρου, στην αμφισβήτηση του δικαιώματός του να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις και, ταυτόχρονα, στη διατήρηση των «παραδοσιακών» πολιτικών ισορροπιών υπέρ εκείνων που αισθάνονται την προοπτική της ΕΛ.Α.Σ ως απειλή. Με όρους υπαρξιακούς – για την πολιτική τους επιβίωση.
Η «υπόθεση Καρτερού» αποτέλεσε εξόχως χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας αντιπαράθεσης που ξέφυγε από το επίδικο του δημόσιου λόγου, για να εξυπηρετηθούν ευρύτερες πολιτικές σκοπιμότητες. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο δημόσιος λόγος πρέπει να έχει όρια, αλλά το εάν πρέπει να παράγει απαντήσεις στα «επί της ουσίας», κοινωνικά και πολιτικά ερωτήματα που τίθενται αμείλικτα.
Ο ίδιος καλολαδωμένος λειτουργικά, παρελκυστικός μηχανισμός, η «λογική» (τους), αποτυπώνεται συχνά στις συζητήσεις που αφορούν και στην οικονομία. Σκεφτείτε, πόσες φορές τίθεται στον δημόσιο διάλογο το ζήτημα των «κοστολογημένων μέτρων»; Πόσες φορές, με ύφος χιλίων νοικοκυραίων της οικονομίας, οι πολιτικοί και οι επικοινωνιακοί υπερασπιστές του κυρίαρχου αφηγήματος εγκαλούν όποιον αποκλίνει από αυτό; Συγχρόνως, πόσες φορές η συζήτηση εξαντλείται στην επιδοματοποίηση της κοινωνικής πολιτικής, λες και η φτώχεια, η αδυναμία ενός νέου να σπουδάσει μακριά από το σπίτι του ή ο θάνατος ενός εργαζόμενου στον χώρο δουλειάς του καταντάνε να αποτελούν απλώς αριθμούς και στατιστικές;
Αυτή λοιπόν είναι η ουσία της πολιτικής αντιπαράθεσης – για όσους την επιθυμούν πραγματικά. Σε αυτή τη βάση πρέπει να αποτιμάται το κόστος μιας πολιτικής πρότασης, όχι μόνο με δημοσιονομικούς όρους, αλλά και με βάση τις κοινωνικές συνέπειές της. Γιατί η δημοσιονομική συνέπεια είναι αναγκαία, αλλά εξίσου αναγκαία είναι η υπευθυνότητα απέναντι στην κοινωνία.
Όσο για το ΠΑΣΟΚ, μιας και μιλάμε για τα επί της ουσίας, στο πλευρό του οποίου πολλοί κι εκ του πονηρού έσπευσαν να… συμπαραταχθούν τις τελευταίες ημέρες;
Προφανώς και δικαιούται και «παραδικαιούται» να διεκδικεί αυτοτελή στρατηγική και πορεία προς τις εκλογές. Και να ανταγωνίζεται ευθέως κι όσο σκληρά κρίνει κι επιθυμεί η Χαριλάου Τρικούπη, τον Τσίπρα και την ΕΛ.Α.Σ. για το «πάνω χέρι» στην πολιτική εκπροσώπηση της αριστερής και προοδευτικής παράταξης. Ουδείς μπορεί να του αρνηθεί αυτό το δικαίωμα. Παραμένουν, όμως, τα ερωτήματα από τα οποία δεν μπορεί να ξεφύγει, παρά τις φιλότιμες επικοινωνιακά προσπάθειες που καταβάλλονται. Ποια κυβερνητική προοπτική υπηρετεί; Ποιες συνεργασίες αποκλείει και με ποια πολιτικά κριτήρια; Και, κυρίως, τι θα πράξει αν οι εκλογικοί συσχετισμοί δεν επιτρέψουν αυτοδυναμία;
Όσο οι απαντήσεις παραμένουν ασαφείς, όσο δηλαδή η συζήτηση παραμείνει μακριά από τα «επί της (πολιτικής) ουσίας» χάριν της παραπολιτικής, τόσο θα δικαιούται κάποιος όχι απλώς να αναρωτιέται, αλλά και να υποψιάζεται ένα πιθανό συγκυβερνητικό déjà vu.
Επί της ουσίας λοιπόν… γιατί η πολιτική δεν κρίνεται από το ποιος μιλάει πιο «ευγενικά», αλλά από το ποιος απαντά στα πραγματικά προβλήματα, τελικά στα ερωτήματα της κοινωνίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια