Κίμπερλι Γκιλφόιλ: Μασκότ
Το χάσμα ανάμεσα σε δύο περιόδους της πολιτικής ζωής που αναδεικνύεται με την καθαίρεσή της και ο ευτελισμός της δημοσιογραφίας.
Στις Δημοκρατίες ο κατ’ επάγγελμα δημοσιογράφος δεν κρίνεται μόνο γι’ αυτό που λέει ή γράφει, αλλά και για την ποιότητα του επαγγελματισμού του στον χειρισμό «μεγάλων» μεγεθών της επικαιρότητας.
Σε αυτό, οι δημοσιογράφοι δεν είναι ίδιοι —κατά την έννοια που απέδιδε στον διαχωρισμό ο Μάνος Χατζιδάκις, όταν έλεγε: «Μερικοί κύριοι νομίζουν ότι είμαστε συνάδελφοι».
Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.
Η διαφορά προκύπτει από τις σχέσεις των δημοσιογράφων με τις εξουσίες —ιδίως την πολιτική και την οικονομική— συχνά σε συνάρτηση με άλλες χώρες και τα συμφέροντά τους. Ειδικά οι προβεβλημένοι δημοσιογράφοι αποκτούν αντίστοιχη «στάμπα» και το τελευταίο παράδειγμα έχει ως πρόσωπο αναφοράς την —να ζήσουμε να τη θυμόμαστε— Κίμπερλι Γκιλφόιλ.
Η διπλωματική εκπρόσωπος του Τραμπ έδειξε στην πράξη ότι συνδύαζε την «υπηρεσιακή» αποστολή της, με καλή ζωή και μπίζνες, σε μια αποικία!
Εντυπωσιάζει ότι διάφορες ελίτ και ομάδες του συστήματος ενημέρωσης της χώρας ενσωμάτωσαν πρόθυμα αυτό που απέπνεε. Και ταυτόχρονα ενσωματώθηκαν στην πληθωρική παρουσία της —συγχέοντας ρόλους και προτεραιότητες.
Όπως επισημάνθηκε σε διπλανή στήλη με τη γνωστή υπογραφή Κ.Π., είναι άλλο οι —θεάρεστες— υπερατλαντικές επιθέσεις κατά του Τραμπ εν όψει της 3ης Νοεμβρίου, άλλο το προφανές ελληνικό συμφέρον με τον διάσημο πλέον «Κάθετο Διάδρομο» στον οποίο είχε εμπλοκή, και άλλο ο σκανδαλώδης βίος της ιδίας —που, επίσης κατά τη γειτονική στήλη, δεν διαθέτει «σε αφθονία τα προσόντα της σύνεσης και της λογικής».
Τόσο ο διορισμός της Γκιλφόιλ όσο και η απόσυρσή της, έχουν —γνωστές και άγνωστες— πλευρές, που σχετίζονται με την οικογένεια Τραμπ, της οποίας οι σχέσεις διασυνδέονται με δουλειές, πάθη και ποίκιλες ιδιαιτερότητες.
Η 11μηνη παρουσία της στην Ελλάδα υπήρξε αποκαλυπτική για τη διαπλοκή της με οικονομικούς και πολιτικούς κύκλους και για τη συμπεριφορά μερίδας του συστήματος ενημέρωσης απέναντί της.
Όσο τη φιλοξενούσαμε στα μέρη μας -να τρώει και να πίνει και τον Παπασταύρου να φοβερίζει- μια μερίδα της εγχώριας δημοσιογραφίας μετατράπηκε σε Ι.Χ. μηχανισμό δημοσίων σχέσεων – για την «έξω καρδιά» επικεφαλής της πρεσβείας.
Σε συντονισμό με, προνομιακών σχέσεων, ιδιωτικά συμφέροντα και πολιτικά πρόσωπα —από τη ΝΔ κυρίως, αλλά όχι μόνο— που αναβίωναν ενώπιόν της, ρόλους που είχαν οι «Κυρίες της Αυλής», των παλαιών εστεμμένων.
Αν, όπως είπε η βουλευτής Έλενα Ακρίτα, η κυβέρνηση όφειλε να απορρίψει τον διορισμό της, επειδή στο παρελθόν απαξίωσε, με πεζοδρομιακό τρόπο, την Ελλάδα, τι να πούμε για δημοσιογράφους που την πλάσαραν ως «πρέσβειρα της καρδιάς μας»;
Στην ουσία, η επιλογή της ήταν υποβάθμιση της χώρας από την υπερδύναμη. Πρώτα από τη διοίκηση Μπάιντεν —διά της «εξαγοράς» της Πρεσβείας από έναν, μάλλον αγαθό, ομογενή. Και στη συνέχεια από τον Τραμπ, που την έκανε… δώρο στην παρ’ ολίγον νύφη του.
Με την καθαίρεσή της αναδεικνύεται το χάσμα ανάμεσα σε δύο περιόδους της πολιτικής ζωής.
Από την αξιοπρέπεια του προέδρου της Βουλής Απόστολου Κακλαμάνη, όταν ζητούσε από τον υφυπουργό Εξωτερικών να «μαζέψει τον Αμερικανό πρέσβη που περιφέρεται στη χώρα ως Ρωμαίος ανθύπατος», στην ευλυγισία του υπουργού Εξωτερικών Γεραπετρίτη, που έλεγε στον πολιτικό προϊστάμενο της Γκιλφόιλ «είστε ένας από εμάς» —πόσο μάλλον η ίδια που ζούσε ανάμεσά μας.
Πρωτίστως όμως αναδεικνύεται ο ευτελισμός της δημοσιογραφίας, που προσπάθησε να την επιβάλει ως «μασκότ» της Αθήνας…


Δεν υπάρχουν σχόλια